Το αίσθημα ικανοποίησης απέναντι στην αποτυχία ενός άλλου προκαλεί συχνά ενοχές. Η Ψυχολογία, όμως, εξηγεί ότι πρόκειται για μια ανθρώπινη αντίδραση που μπορεί να αποκαλύπτει περισσότερα για τον εσωτερικό μας κόσμο παρά για τον χαρακτήρα μας.
Υπάρχουν συναισθήματα που εκφράζονται εύκολα και άλλα που παραμένουν καλά κρυμμένα, ακόμη και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η στιγμιαία ικανοποίηση όταν κάποιος που αντιπαθούμε αποτυγχάνει, όταν ένα πρόσωπο που θεωρούσαμε πως τα είχε όλα χάνει ένα προνόμιο ή όταν η πτώση κάποιου μας δημιουργεί μια αδιόρατη αίσθηση ανακούφισης.
Η παραδοχή αυτού του συναισθήματος συνοδεύεται σχεδόν πάντα από ένα δύσκολο ερώτημα. Τι σημαίνει άραγε για εμάς;
Γιατί κάποιοι χαίρονται με την αποτυχία των άλλων
Η απάντηση, σύμφωνα με την Ψυχολογία, είναι λιγότερο αυστηρή από όσο φανταζόμαστε. Η χαρά που μπορεί να προκαλέσει η αποτυχία ενός άλλου δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη κακίας ή έλλειψης ενσυναίσθησης.
Πολύ συχνά σχετίζεται με τον τρόπο που αξιολογούμε τον εαυτό μας, με τις συγκρίσεις που κάνουμε καθημερινά και με συναισθηματικές ανάγκες που παραμένουν ανεκπλήρωτες.
Η ψυχολόγος Εσθέρ Μποάδα επισημαίνει στο ισπανικό Hola ότι αυτή η αντίδραση συχνά αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ηθικό ζήτημα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί έναν ψυχολογικό μηχανισμό που εμφανίζεται πολύ συχνότερα από όσο πιστεύουμε.
«Συχνά θεωρούμε ότι μόνο οι κακοί άνθρωποι χαίρονται με τη δυστυχία των άλλων. Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει πάντα. Υπάρχει μάλιστα ο γερμανικός όρος “schadenfreude”, που περιγράφει τη χαρά για την ατυχία ενός άλλου. Στην κλινική πράξη πρόκειται για ένα αρκετά συνηθισμένο συναίσθημα και δεν σημαίνει απαραίτητα ψυχοπάθεια ή κακία».
Η ειδικός εξηγεί ότι το συγκεκριμένο συναίσθημα συνδέεται στενά με την αυτοεκτίμηση και τον τρόπο με τον οποίο συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Όταν κάποιος που θεωρούσαμε πιο επιτυχημένο, πιο αγαπητό ή πιο προνομιούχο βιώνει μια αποτυχία, η απόσταση που πιστεύαμε ότι μας χώριζε μοιάζει να μικραίνει. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια προσωρινή αίσθηση ανακούφισης, όχι επειδή επιθυμούμε πραγματικά να υποφέρει ο άλλος, αλλά επειδή σταματά να φαίνεται πως όλοι προχωρούν μπροστά ενώ εμείς μένουμε στάσιμοι.
Παράλληλα, η επιστήμη έχει εντοπίσει και μια βιολογική διάσταση του φαινομένου. Έρευνες στη νευροεπιστήμη έχουν δείξει ότι όταν κάποιος βλέπει να αποτυγχάνει ένα πρόσωπο που ζηλεύει, μπορεί να ενεργοποιηθούν περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αίσθηση της ανταμοιβής.
«Ο εγκέφαλος μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την κατάσταση ως συναισθηματικά ανταποδοτική, ακόμη και αν σε λογικό επίπεδο δεν αισθανόμαστε υπερήφανοι για την αντίδρασή μας», αναφέρει η Εσθέρ Μποάδα.
Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα είναι επιθυμητό ή ότι πρέπει να ενισχύεται. Αντίθετα, βοηθά να γίνει κατανοητό πως η εμφάνισή του δεν χαρακτηρίζει αυτόματα έναν άνθρωπο ως κακό.
«Πρόκειται για ένα ανθρώπινο συναίσθημα που επηρεάζεται από την κοινωνική σύγκριση, την αυτοεκτίμηση, τη ζήλια και την αίσθηση δικαιοσύνης. Όπως συμβαίνει με κάθε συναίσθημα, το σημαντικό δεν είναι μόνο ότι το νιώθουμε, αλλά τι μας αποκαλύπτει για τον εαυτό μας».
Όταν αυτή η αντίδραση εμφανίζεται επανειλημμένα, πολλοί άνθρωποι βιώνουν έντονες ενοχές ή προσπαθούν να την καταπιέσουν. Ωστόσο, σύμφωνα με την ειδικό, η ενοχή συχνά εμποδίζει την ουσιαστική κατανόηση όσων πραγματικά συμβαίνουν στο εσωτερικό μας.
«Αν παρατηρείτε ότι συχνά χαίρεστε με την ατυχία των άλλων, αποφύγετε να κρίνετε αμέσως τον εαυτό σας. Είναι προτιμότερο να αναρωτηθείτε τι προσπαθεί να σας πει αυτό το συναίσθημα».
Πίσω από αυτή τη στιγμιαία ικανοποίηση μπορεί να κρύβονται συναισθήματα που δεν έχουν αναγνωριστεί ή εκφραστεί. Η συνεχής σύγκριση με τους άλλους, η αίσθηση αδικίας, οι εμπειρίες απόρριψης, η ζήλια, η ανασφάλεια ή η πεποίθηση ότι οι άλλοι πετυχαίνουν όσα εμείς επιθυμούμε αποτελούν συχνά το πραγματικό υπόβαθρο της αντίδρασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χαρά για την αποτυχία ενός άλλου δεν είναι το βασικό πρόβλημα, αλλά ένα σύμπτωμα βαθύτερης συναισθηματικής δυσφορίας.
Αντί λοιπόν να προσπαθεί κανείς να καταπνίξει αυτό το συναίσθημα, μπορεί να το αξιοποιήσει ως έναν καθρέφτη αυτογνωσίας. Ερωτήματα όπως «Τι έχει αυτός ο άνθρωπος που πιστεύω ότι μου λείπει;», «Ποια δική μου ανάγκη ενεργοποιείται αυτή τη στιγμή;» ή «Υπάρχει πίσω από αυτή την αντίδραση κάποια απογοήτευση ή αίσθηση αδικίας;» μπορούν να μετατοπίσουν την προσοχή από τον άλλον προς τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η Εσθέρ Μποάδα υπογραμμίζει ακόμη ότι όσο περισσότερο εξαρτάται η αυτοεκτίμησή μας από τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες των άλλων, τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε στις συγκρίσεις.
«Η πιο υγιής αυτοεκτίμηση χτίζεται πάνω στις προσωπικές μας αξίες, στους δικούς μας στόχους και στις δικές μας συνθήκες ζωής και όχι στον διαρκή ανταγωνισμό με τους γύρω μας».
Η κατανόηση των συναισθημάτων δεν σημαίνει ότι τα δικαιολογούμε. Σημαίνει ότι τα αναγνωρίζουμε, ώστε να μπορέσουμε να τα διαχειριστούμε με πιο ουσιαστικό τρόπο.
«Μπορούμε να αποδεχτούμε ότι κάποιος μάς έχει πληγώσει, χωρίς να μετατρέπουμε τη δυστυχία του στη μοναδική πηγή ανακούφισης ή δικαίωσης. Όταν αυτό το συναίσθημα εμφανίζεται πολύ συχνά ή προκαλεί έντονη δυσφορία, ίσως αποτελεί μια ευκαιρία να διερευνηθούν βαθύτερες συναισθηματικές ανάγκες, ακόμη και μέσα από την ψυχοθεραπεία».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

