Η άνοια δεν αποτελεί απλώς μια σοβαρή ιατρική πρόκληση που δοκιμάζει τα συστήματα υγείας, αλλά μια βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση, το μεγαλύτερο βάρος της οποίας επωμίζονται «αθόρυβα» οι οικογένειες, οι φίλοι και οι άτυποι φροντιστές.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της νέας ευρωπαϊκής ανάλυσης COIN-Eu, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Νευρολογίας, η μη αμειβόμενη φροντίδα των ασθενών με άνοια στην Ευρώπη αγγίζει το 58% της συνολικής ετήσιας δαπάνης για τη νόσο.
Σε απόλυτους οικονομικούς όρους, η προσφορά αυτή αποτιμάται στο αστρονομικό ποσό των 128 δισ. ευρώ ετησίως, ξεπερνώντας κατά πολύ το άμεσο κόστος της επίσημης υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο υπολογίζεται στα 93 δισ. ευρώ.
Η μελέτη, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα 45 ευρωπαϊκών ερευνών που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2010 και 2023, εκτιμά ότι το μέσο ετήσιο κοινωνικό κόστος ανά ασθενή ανέρχεται σε 25.200 ευρώ, παρουσιάζοντας ωστόσο σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με τη χώρα.
Το 2019, περίπου 8,8 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με άνοια σε ευρωπαϊκές χώρες υψηλού εισοδήματος, με το συνολικό οικονομικό βάρος της πάθησης να ισοδυναμεί με το 1,6% του περιφερειακού ΑΕΠ.
Πέντε χώρες – η Γερμανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ισπανία – συγκεντρώνουν το 68% της συνολικής οικονομικής επιβάρυνσης λόγω του μεγέθους του πληθυσμού τους.
Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής συγγραφέας της ανάλυσης, καθηγητής Richard Dodel, η σωματική και ψυχική φθορά των φροντιστών είναι ανυπολόγιστη και επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων κρατικής στήριξης, ειδικά σε μια Ευρώπη που γερνά με ταχείς ρυθμούς.
Η πρόληψη ως μοναδικό «όπλο»: Οι νέες, επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες του ΠΟΥ
Καθώς δεν υπάρχει ακόμη ευρέως διαθέσιμη θεραπεία που να αναστρέφει την πορεία της νόσου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέδωσε τη δεύτερη έκδοση των οδηγιών του για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης άνοιας σε υγιείς ενήλικες.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, έως και το 45% του κινδύνου μπορεί να αποδοθεί σε τροποποιήσιμους παράγοντες της καθημερινότητάς μας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Οργανισμός συστήνει τη συστηματική σωματική δραστηριότητα, τη διακοπή του καπνίσματος, τον περιορισμό του αλκοόλ, την υιοθέτηση ισορροπημένης διατροφής, την κοινωνική δικτύωση και τη νοητική εξάσκηση (όπως το διάβασμα και τα παιχνίδια μνήμης).
Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη ρύθμιση καρδιομεταβολικών παραγόντων – όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η δυσλιπιδαιμία – καθώς και στη χρήση ακουστικών βοηθημάτων σε άτομα με απώλεια ακοής. Για πρώτη φορά, ο ΠΟΥ περιλαμβάνει σύσταση για τη μείωση της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση και ειδικά στα μικροσωματίδια PM2.5.
Αντίθετα, ο Οργανισμός ξεκαθαρίζει ότι δεν συνιστάται η λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών (Β, Ε, πολυβιταμινών) ή ωμέγα-3 λιπαρών οξέων αποκλειστικά για την πρόληψη της άνοιας, εφόσον δεν υπάρχει διαγνωσμένη έλλειψη, ενώ απορρίπτει και τη χρήση ορμονικής θεραπείας εμμηνόπαυσης για τον σκοπό αυτό σε γυναίκες άνω των 65 ετών.
«Οι χώρες διαθέτουν πλέον σαφείς, τεκμηριωμένες συστάσεις που μπορούν να εφαρμόσουν αμέσως για να προστατεύσουν τη γνωστική υγεία των ανθρώπων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ, Δρ. Τέντρος Αντάνομ Γκεμπρεγιέσους, υπενθυμίζοντας ότι περισσότεροι από 57 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με άνοια παγκοσμίως, με τη νόσο Αλτσχάιμερ να αποτελεί το 60-70% των περιπτώσεων αυτών.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
