Μιλώντας ανοιχτά για τον αυτοτραυματισμό των νέων.
Κάθε μέρα συναντάμε ανθρώπους που δείχνουν να είναι καλά. Πηγαίνουν στο σχολείο ή στη δουλειά τους, συναντούν φίλους, συμμετέχουν στις καθημερινές τους δραστηριότητες και συχνά δεν δίνουν καμία ένδειξη ότι δυσκολεύονται. Κι όμως, πίσω από αυτή την εικόνα μπορεί να κρύβονται συναισθήματα που δεν είναι εύκολο να εκφραστούν με λόγια: άγχος, μοναξιά, απογοήτευση, θυμός, φόβος ή βαθιά ψυχική οδύνη.
Ο ψυχικός πόνος δεν είναι πάντα ορατός. Και όταν ένας νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να μιλήσει για όσα βιώνει ή νιώθει ότι δεν μπορεί να βρει κατανόηση, μπορεί να αναζητήσει άλλους τρόπους έκφρασης. Ένας από αυτούς είναι ο αυτοτραυματισμός, ένα φαινόμενο που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά εξακολουθεί να περιβάλλεται από παρεξηγήσεις, φόβο και σιωπή.
Παρότι τα τελευταία χρόνια η ψυχική υγεία έχει αρχίσει να συζητείται πιο ανοιχτά, ο αυτοτραυματισμός παραμένει ένα από τα θέματα για τα οποία πολλοί άνθρωποι αισθάνονται αμηχανία. Συχνά επικρατούν λανθασμένες αντιλήψεις ή στερεότυπα που δυσκολεύουν την κατανόηση του φαινομένου και απομακρύνουν τους νέους από την αναζήτηση βοήθειας.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ο αυτοτραυματισμός δεν αποτελεί «κραυγή για προσοχή», ούτε μπορεί να εξηγηθεί με απλοϊκούς όρους. Για πολλούς νέους ανθρώπους αποτελεί έναν τρόπο διαχείρισης έντονων συναισθημάτων που μοιάζουν αβάσταχτα. Όταν ο ψυχικός πόνος δεν βρίσκει διέξοδο μέσα από τη συζήτηση, τη στήριξη ή την κατάλληλη φροντίδα, μπορεί να εκφραστεί με τρόπους που προκαλούν ανησυχία τόσο στους ίδιους όσο και στους ανθρώπους γύρω τους.
Η εφηβεία και η μετάβαση στην ενήλικη ζωή είναι περίοδοι γεμάτες αλλαγές. Οι νέοι καλούνται να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους, να ανταποκριθούν σε ακαδημαϊκές και κοινωνικές απαιτήσεις, να διαχειριστούν τις σχέσεις τους και να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα. Ταυτόχρονα, μεγαλώνουν σε μια εποχή όπου η συνεχής έκθεση στην πληροφορία, η πίεση της σύγκρισης μέσω των κοινωνικών δικτύων και η αβεβαιότητα για το μέλλον επηρεάζουν σημαντικά την ψυχική τους ευημερία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέος που βιώνει δυσκολίες θα οδηγηθεί στον αυτοτραυματισμό. Υπενθυμίζει όμως πόσο σημαντικό είναι να δημιουργούνται συνθήκες όπου τα παιδιά και οι νέοι μπορούν να μιλούν ανοιχτά για τα συναισθήματά τους χωρίς φόβο, ντροπή ή κριτική.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των γονέων, των εκπαιδευτικών και των άλλων ενηλίκων που βρίσκονται κοντά στους νέους ανθρώπους. Συχνά, η πρώτη αντίδραση απέναντι σε μια τέτοια αποκάλυψη είναι ο φόβος ή η αμηχανία. Ωστόσο, η κατανόηση, η ψύχραιμη αντιμετώπιση και η αναζήτηση κατάλληλης υποστήριξης μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.
Πολλοί γονείς αναρωτιούνται αν θα μπορούσαν να είχαν καταλάβει νωρίτερα ότι το παιδί τους δυσκολεύεται. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν πάντα εμφανή σημάδια. Μερικές φορές οι αλλαγές είναι διακριτικές: μια απομάκρυνση από φίλους και δραστηριότητες, μια επίμονη θλίψη, αυξημένη ευερεθιστότητα ή η αίσθηση ότι το παιδί κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Γι’ αυτό και η ανοιχτή επικοινωνία μέσα στην οικογένεια παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης και υποστήριξης.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Αντίθετα, είναι μια πράξη φροντίδας και ευθύνης. Όπως απευθυνόμαστε σε έναν επαγγελματία υγείας για ένα σωματικό πρόβλημα, έτσι και η ψυχική υγεία αξίζει την ίδια προσοχή, φροντίδα και υποστήριξη.
Η ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση και έγκαιρη παρέμβαση είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Υπουργείο Υγείας, στο πλαίσιο της Εθνικής Δράσης Προαγωγής Υγείας Παιδιού και Οικογένειας που υλοποιείται σε συνεργασία με τη UNICEF, ανέπτυξε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Αντιμετώπισης του Αυτοτραυματισμού στους Νέους.
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε εφήβους και νέους ηλικίας 17 έως 24 ετών, καθώς και στις οικογένειές τους, αναγνωρίζοντας ότι η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών και η πρόσβαση σε κατάλληλη υποστήριξη μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την πορεία ενός νέου ανθρώπου. Παράλληλα, περιλαμβάνει δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, με στόχο να ενισχύσει τη γνώση γύρω από το φαινόμενο και να συμβάλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι νέοι θα αισθάνονται ασφαλείς να ζητήσουν βοήθεια όταν τη χρειάζονται.
Γιατί η ψυχική υγεία δεν αφορά μόνο τις στιγμές κρίσης. Αφορά την καθημερινότητα, τις σχέσεις, το αίσθημα ασφάλειας και την πεποίθηση ότι υπάρχει κάποιος πρόθυμος να ακούσει χωρίς να κρίνει.
Σε μια εποχή όπου οι νέοι άνθρωποι καλούνται να διαχειριστούν ολοένα και περισσότερες προκλήσεις, η κοινωνία οφείλει να δημιουργήσει περισσότερους χώρους διαλόγου, κατανόησης και υποστήριξης. Να μάθει να ακούει πριν βιαστεί να ερμηνεύσει. Να αναγνωρίζει τη δυσκολία πίσω από τη συμπεριφορά. Και να θυμάται ότι πίσω από κάθε νέο άνθρωπο που δυσκολεύεται υπάρχει μια ιστορία που αξίζει να ακουστεί.
Γιατί πολλές φορές ο πόνος δεν φαίνεται. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει.
Δείτε περισσότερα στο paidikaipsihikiigeia.gov.gr



