Σε αυξημένη κυκλοφορία βρίσκεται ο ιός του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα, με τα κρούσματα να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και την κορύφωση της δραστηριότητας να αναμένεται να διατηρηθεί για ακόμη δύο έως τρεις εβδομάδες.
Ο καθηγητής Θεόδωρος Βασιλακόπουλος εκτιμά ότι η κορύφωση των κρουσμάτων θα συνεχιστεί για αυτό το διάστημα, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες και οι καιρικές συνθήκες ευνοούν την παρουσία των κουνουπιών.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, ο κ. Βασιλακόπουλος αναφέρθηκε στην πορεία των κρουσμάτων, στους παράγοντες που έχουν συμβάλει στην αύξησή τους, αλλά και στα μέτρα που μπορούν να λάβουν οι πολίτες για να περιορίσουν τον κίνδυνο μόλυνσης. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στους ηλικιωμένους, ενώ εξήγησε ποια συμπτώματα χρειάζονται άμεση προσοχή.
Σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη έκθεση του ΕΟΔΥ, έως τις 19 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 157 εγχώρια κρούσματα και 13 θάνατοι. Μέσα σε μία εβδομάδα δηλώθηκαν 47 νέα περιστατικά, ενώ οι θάνατοι αυξήθηκαν κατά τέσσερις. Από τους ασθενείς, 42 νοσηλεύονταν, εκ των οποίων 23 σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.
Γιατί αυξήθηκαν τα κρούσματα
Ο κ. Βασιλακόπουλος απέδωσε μέρος της αυξημένης καταγραφής περιστατικών στην ενισχυμένη επιδημιολογική επιτήρηση, η οποία επιτρέπει τον ευκολότερο εντοπισμό και τη διάγνωση περισσότερων κρουσμάτων.
«Έχουμε πάρα πολύ αναλυτική, ενδελεχή επιδημιολογική επιτήρηση στο συγκεκριμένο νόσημα και γι’ αυτό πολύ εύκολα διαγιγνώσκονται πολλά περιστατικά», ανέφερε.
Παράλληλα, χαρακτήρισε τη φετινή χρονιά δύσκολη, σημειώνοντας ότι παρουσιάζει ομοιότητες με το 2018. Όπως εξήγησε, οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν τους προηγούμενους μήνες, ιδιαίτερα στην Αττική, δημιούργησαν ευνοϊκό περιβάλλον για την αύξηση του πληθυσμού των κουνουπιών.
Ο θερμός χειμώνας και η υγρή άνοιξη, σε συνδυασμό με τις συχνές βροχοπτώσεις, συνέβαλαν στην αύξηση των κουνουπιών και, κατ’ επέκταση, στη διατήρηση της κυκλοφορίας του ιού.
«Είμαστε στην κορύφωση, αλλά αυτή η αιχμή θα διατηρηθεί τουλάχιστον δύο με τρεις εβδομάδες ακόμα, λόγω των μετεωρολογικών συνθηκών», εκτίμησε, προσθέτοντας ότι μέχρι το τέλος Αυγούστου δεν αναμένεται ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Ο ΕΟΔΥ αναφέρει ότι κρούσματα έχουν καταγραφεί στην Αττική, τη Θεσσαλία, την Κεντρική Μακεδονία, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα, με ιδιαίτερα αυξημένη επιβάρυνση στην Αττική.
Γιατί δεν μπορούν να αυξηθούν ανεξέλεγκτα οι ψεκασμοί
Ο καθηγητής επισήμανε ότι υπάρχει εθνικό σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση του ιού, το οποίο περιλαμβάνει ψεκασμούς και εφαρμόζεται κάθε χρόνο.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ένταση των ψεκασμών δεν μπορεί να αυξηθεί χωρίς περιορισμούς. Όπως ανέφερε, η υπέρβαση των προβλεπόμενων ορίων θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, σε άλλα είδη εντόμων, στα ζώα αλλά και στον άνθρωπο.
«Πρέπει να είμαστε εντός επιστημονικά προκαθορισμένων ορίων στο πόσο επιθετικοί γινόμαστε», ανέφερε, τονίζοντας ότι, πέρα από τις παρεμβάσεις της πολιτείας, των περιφερειών και των δήμων, σημαντικό ρόλο έχει και η ατομική προστασία.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Ο κ. Βασιλακόπουλος υπογράμμισε ότι ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι ηλικιωμένοι, καθώς αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.
Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν επίσης τα άτομα με ανοσοκαταστολή και όσοι πάσχουν από χρόνια υποκείμενα νοσήματα, ενώ σοβαρή νόσος μπορεί να εμφανιστεί και σε άλλες ηλικιακές ομάδες. Όλοι οι θάνατοι που είχαν καταγραφεί έως τις 19 Αυγούστου αφορούσαν ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών.
«Οι ηλικιωμένοι είναι ιδιαίτερα ευπαθείς, οπότε εκεί πρέπει να έχουμε διπλή και τριπλή προσοχή», τόνισε.
Τα μέτρα προστασίας και το «όπλο» του ανεμιστήρα
Ο καθηγητής συνέστησε τη χρήση μακρυμάνικων ρούχων, κυρίως κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν αυξάνεται η δραστηριότητα των κουνουπιών.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της χρήσης εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών σώματος και χώρου, καθώς και της τοποθέτησης προστατευτικών μέσων, όπως σήτες και κουνουπιέρες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη χρήση ανεμιστήρα, εξηγώντας ότι το ρεύμα του αέρα δυσκολεύει τα κουνούπια να πλησιάσουν.
«Μια απλή λύση, πολύ αποτελεσματική όμως, είναι να χρησιμοποιούμε έναν απλό ανεμιστήρα, ο οποίος, αν χτυπάει στα πόδια μας, δυσκολεύει πολύ τα κουνούπια να πλησιάσουν», ανέφερε.
Εξίσου σημαντική είναι η απομάκρυνση των στάσιμων νερών από αυλές, κήπους, βεράντες και μπαλκόνια. Ακόμη και το νερό που συγκεντρώνεται στα πιατάκια κάτω από τις γλάστρες μπορεί να δημιουργήσει εστίες αναπαραγωγής κουνουπιών και θα πρέπει να απομακρύνεται.
Ποια συμπτώματα πρέπει να κινητοποιήσουν τους πολίτες
Ο κ. Βασιλακόπουλος εξήγησε ότι περίπου το 80% των ανθρώπων που μολύνονται δεν εμφανίζει κανένα σύμπτωμα, ενώ περίπου το 20% παρουσιάζει ήπια νόσο, συνήθως με πυρετό.
Σε λιγότερο από το 1% των περιπτώσεων μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή νόσος με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Τα συμπτώματα που πρέπει να προκαλέσουν ανησυχία είναι ο υψηλός πυρετός σε συνδυασμό με έντονο πονοκέφαλο, ζάλη, ίλιγγο, σύγχυση, αποπροσανατολισμό, μεταβολή του επιπέδου συνείδησης ή δυσκολία στην κίνηση.
«Αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι αν μαζί με τον υψηλό πυρετό αρχίζουμε να έχουμε έντονα συμπτώματα από το νευρικό μας σύστημα», υπογράμμισε.
Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται άμεση ιατρική εκτίμηση, ώστε να διερευνηθεί εάν πρόκειται για λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου ή για άλλη πάθηση.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι ένας ήπιος πυρετός δεν σημαίνει αυτομάτως μόλυνση από τον συγκεκριμένο ιό, καθώς μπορεί να οφείλεται σε πολλές άλλες αιτίες.
Γιατί δεν μεταδίδεται όπως ο κορονοϊός
Απαντώντας σε ανησυχίες σχετικά με το ενδεχόμενο εξάπλωσης αντίστοιχης με εκείνη της πανδημίας, ο καθηγητής ξεκαθάρισε ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της καθημερινής κοινωνικής επαφής.
Η μετάδοση γίνεται κυρίως με το τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού, ενώ ο άνθρωπος αποτελεί «αδιέξοδο ξενιστή», καθώς δεν μεταδίδει περαιτέρω τον ιό σε άλλα κουνούπια.
«Αν εγώ έχω ιό του Δυτικού Νείλου, δεν μπορώ να τον μεταδώσω σε κανέναν άλλον άνθρωπο, ούτε καν σε κουνούπι αν με τσιμπήσει», εξήγησε.
Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι πολύ σπάνια έχουν καταγραφεί άλλοι τρόποι μετάδοσης, όπως μέσω μετάγγισης αίματος ή μεταμόσχευσης οργάνων, γεγονός που δεν αλλάζει τον βασικό τρόπο διασποράς της νόσου στην κοινότητα.
Όπως σημείωσε ο κ. Βασιλακόπουλος, η υποχώρηση των θερμοκρασιών και η σταδιακή μείωση του πληθυσμού των κουνουπιών αναμένεται να περιορίσουν την κυκλοφορία του ιού. Η εξέλιξη, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τις καιρικές συνθήκες των επόμενων εβδομάδων.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
