Δραματική αύξηση της τάξης του 200% αναμένεται να καταγράψουν τα καρδιαγγειακά προβλήματα που σχετίζονται με τη θερμική καταπόνηση έως το 2050, σύμφωνα με τα ευρήματα μιας νέας επιστημονικής μελέτης. Την έρευνα συντόνισαν ερευνητές από το Case Western Reserve University, το University Hospitals και το Louis Stokes Cleveland VA Medical Center, και τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό JAMA Cardiology.
Για την εξαγωγή των συμπερασμάτων τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα καρδιοπαθειών της περιόδου 2010-2016 και τα συνδύασαν με κλιματικά μοντέλα της NASA για τις μελλοντικές θερμοκρασίες, καθώς και με επίσημα στοιχεία πληθυσμιακών προβολών από τη βάση Global Burden of Disease και το U.S. Census Bureau.
Όπως εξηγούν οι ειδικοί, η έκθεση σε συνθήκες υπερβολικής ζέστης λειτουργεί επιβαρυντικά για το κυκλοφορικό σύστημα. Όταν η εξωτερική θερμοκρασία ανεβαίνει, η καρδιά αναγκάζεται να λειτουργεί πολύ πιο έντονα προκειμένου να βοηθήσει τον οργανισμό να αποβάλει θερμότητα και να διατηρήσει σταθερή την εσωτερική του θερμοκρασία. Παράλληλα, οι συνθήκες αυτές αυξάνουν την πιθανότητα αιφνίδιας δημιουργίας θρόμβων στο αίμα. Αυτός ο συνδυασμός παραγόντων μπορεί να πυροδοτήσει οξέα εμφράγματα του μυοκαρδίου ή να προκαλέσει ραγδαία επιδείνωση σε άτομα που πάσχουν ήδη από κάποια χρόνια καρδιακή νόσο, με τους ηλικιωμένους να αποτελούν την πιο ευάλωτη ομάδα.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης ότι η γήρανση του πληθυσμού θα λειτουργήσει σωρευτικά. Ακόμα και χωρίς να συνυπολογιστεί η άνοδος της θερμοκρασίας, η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων αναμένεται να επιφέρει μια αυτόνομη επιβάρυνση 34% στην καρδιακή νόσο που σχετίζεται με τη ζέστη μέχρι το 2050. Την ίδια στιγμή, οι ερευνητές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις κοινωνικές ανισότητες, καθώς οι φτωχότερες κοινότητες με περιορισμένη πρόσβαση σε υποδομές υγείας και κλιματισμό θα δεχθούν το μεγαλύτερο πλήγμα.
Ως αντίμετρα για τον περιορισμό αυτών των αρνητικών επιπτώσεων, οι επιστήμονες προτείνουν στοχευμένες παρεμβάσεις στον αστικό σχεδιασμό. Η επέκταση των χώρων πρασίνου και της δενδροκάλυψης στις πόλεις, η δημιουργία προσβάσιμων δημόσιων κέντρων δροσιάς, καθώς και η κρατική υποστήριξη για την παροχή κλιματισμού σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα θεωρούνται κρίσιμα βήματα. Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί πλέον ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής ισότητας, και οι σημερινές αποφάσεις για τις εκπομπές αερίων και την υγειονομική πολιτική θα καθορίσουν την ανθεκτικότητα των επόμενων γενεών.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


