Δεκαέξι χρόνια μετά την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, που κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους, ανάμεσά τους και μία έγκυο γυναίκα, η Ελληνική Αστυνομία ανακοίνωσε την εξιχνίαση της υπόθεσης. Δύο άτομα συνελήφθησαν με εντάλματα, ενώ έχει ταυτοποιηθεί ακόμη μία γυναίκα, η οποία αναζητείται.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η πρόοδος της έρευνας βασίστηκε στην αξιοποίηση νέων πληροφοριών, στη χρήση σύγχρονων ψηφιακών μεθόδων ανάλυσης και στη συλλογή πρόσθετου αποδεικτικού υλικού, που επέτρεψαν την επανεξέταση της υπόθεσης.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
Όπως αναφέρεται στην επίσημη ενημέρωση, αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος προχώρησαν την Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026 στη σύλληψη δύο Ελλήνων, ηλικίας 42 ετών, σε εκτέλεση σχετικών ενταλμάτων σύλληψης, για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση της 5ης Μαΐου 2010 στο τραπεζικό κατάστημα της οδού Σταδίου.
Η Αστυνομία επισημαίνει ότι κατά την αρχική διερεύνηση είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών. Ωστόσο, η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο ύστερα από νέα αξιοποίηση πληροφοριών από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Με εντολή της αρμόδιας Εισαγγελίας συγκεντρώθηκε νέο προανακριτικό υλικό, η δικογραφία ανασύρθηκε από το αρχείο και διατάχθηκε κύρια ανάκριση.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ταυτοποιήθηκαν οι δύο 42χρονοι, για τους οποίους εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης και συνελήφθησαν, ενώ ταυτοποιήθηκε και μία γυναίκα, η οποία βρίσκεται εκτός Ελλάδας και αναζητείται.
Πώς περιγράφεται η επίθεση
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων προχώρησαν σε εκτεταμένες επιθέσεις με βόμβες μολότοφ και εμπρησμούς σε καταστήματα και οχήματα.
Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin πραγματοποιήθηκε από οργανωμένη ομάδα, η οποία είχε ενταχθεί στο σώμα της πορείας και στη συνέχεια χωρίστηκε σε μικρότερες ομάδες για να εκτελέσει την επίθεση.
Κατά την αστυνομική έρευνα, τα μέλη της ομάδας συγκεντρώθηκαν κοντά στο τραπεζικό κατάστημα και, έπειτα από συντονισμό, ορισμένοι έσπασαν τον υαλοπίνακα της εισόδου και πέταξαν στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ, καθώς και εύφλεκτο υγρό που ενίσχυσε την εξάπλωση της φωτιάς.
Από την πυρκαγιά έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας, ενώ, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., μετά την επίθεση μέρος της ομάδας συμμετείχε και σε άλλους εμπρησμούς και καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας.
Οι ρόλοι των εμπλεκομένων
Η Αστυνομία αναφέρει ότι από την έρευνα προέκυψε καταμερισμός ρόλων μεταξύ των μελών της ομάδας. Κάποιοι είχαν ενεργό επιχειρησιακό ρόλο, πραγματοποιώντας τη θραύση της εισόδου και τη ρίψη των εμπρηστικών μηχανισμών, ενώ άλλοι είχαν υποστηρικτικό και συντονιστικό ρόλο, συμβάλλοντας στην οργάνωση και την κάλυψη της επίθεσης.
Τα νέα στοιχεία της έρευνας
Για την εξιχνίαση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά ευρήματα, αυτοψίες και εργαστηριακές εξετάσεις, ενώ τα πορίσματα της Πυροσβεστικής και του Τμήματος Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών κατέληξαν ότι η φωτιά προκλήθηκε από αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς τύπου μολότοφ.
Παράλληλα, εξετάστηκε εκ νέου μεγάλο μέρος φωτογραφικού και βιντεοληπτικού υλικού, καθώς και φωτογραφίες που είχαν εξαχθεί από ψηφιακό πειστήριο άλλης ποινικής υπόθεσης.
Ιδιαίτερη σημασία είχε, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η συμβολή της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης, η οποία χρησιμοποίησε σύγχρονες τεχνικές επεξεργασίας εικόνας και βίντεο. Μέσω αυτών κατέστη δυνατή η ανάκτηση δεδομένων από το σύστημα καταγραφής του τραπεζικού καταστήματος, ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου της επίθεσης, αλλά και η βελτίωση της ποιότητας του διαθέσιμου οπτικού υλικού.
Η επανεξέταση των εικόνων, σύμφωνα με την ανακοίνωση, οδήγησε σε τεκμηριωμένη ταυτοποίηση μορφολογικών χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων, αλλά και προσωπικών αντικειμένων που συνδέθηκαν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Τι βρέθηκε στις έρευνες
Κατά τις κατ’ οίκον έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις οικίες των εμπλεκομένων κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, USB και άλλα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης.
Επιπλέον, στο σπίτι του ενός από τους δύο συλληφθέντες εντοπίστηκαν 18,6 γραμμάρια κατεργασμένης κάνναβης («σοκολάτα»), γεγονός που οδήγησε στη σχημάτιση ξεχωριστής δικογραφίας για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Οι δύο κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν ήδη στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ο ένας είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τις Αρχές για υπόθεση σχετική με ναρκωτικές ουσίες.
Επιμέλεια: Συντακτική Ομάδα
