Στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ανοίγει στις 3 Ιουλίου 2026 ένα από τα πιο φορτισμένα και κρίσιμα κεφάλαια της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου που συγκλόνισε το νησί.
Η συγκεκριμένη δίκη, η οποία προσδιορίστηκε με ασυνήθιστα γρήγορες διαδικασίες και κατέχει τον αριθμό ένα στο πινάκιο του τμήματος διακοπών, δεν αφορά το ίδιο το δυστύχημα, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε στάδιο κύριας ανάκρισης.
Αντικείμενο της δίκης είναι οι σοβαρές παρασκηνιακές ενέργειες του 44χρονου κατηγορούμενου αμέσως μετά την αρχική του αποφυλάκιση, στην προσπάθειά του να παρέμβει στα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.
Ο 44χρονος ημεδαπός, ο οποίος πλέον βρίσκεται προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, παραπέμπεται να δικαστεί για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου δι’ έμμεσης αυτουργίας κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής δι’ έμμεσης αυτουργίας.
Το κατηγορητήριο: Οι πιέσεις στους υπαλλήλους για τον «εγκέφαλο»
Το επίμαχο περιστατικό εκτυλίχθηκε το απόγευμα της 20ης Μαΐου 2026, μόλις λίγη ώρα αφότου ο 44χρονος είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του στον Ανακριτή.
Γνωρίζοντας ότι η κατεστραμμένη BMW φυλασσόταν σε εταιρεία οδικής βοήθειας κατ’ εντολή της Τροχαίας προκειμένου να εξεταστεί από πραγματογνώμονα, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να εξαφανίσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος, δηλαδή τον ηλεκτρονικό καταγραφέα συμβάντων (event data recorder), ο οποίος βρίσκεται στον χώρο της μηχανής.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 44χρονος επικοινώνησε επανειλημμένα μέσω κλήσεων και μηνυμάτων με υπάλληλο της εταιρείας φύλαξης, στέλνοντάς του αναλυτικές οδηγίες και φωτογραφίες για το πώς να ξηλώσει τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου.
Στόχος του, κατά την κατηγορία, ήταν να καταστρέψει το κρίσιμο αυτό στοιχείο, καθώς εκεί καταγράφεται με απόλυτη ακρίβεια η οδηγική συμπεριφορά και η ταχύτητα της BMW τα δευτερόλεπτα πριν από τη μοιραία σύγκρουση στην επαρχιακή οδό προς Λίνδο, όπου έχασαν τη ζωή τους μια μητέρα και η κόρη της.
Όταν ο πρώτος υπάλληλος αρνήθηκε να υπακούσει, ο κατηγορούμενος επιχείρησε μέσω τρίτου προσώπου να προσεγγίσει και δεύτερο εργαζόμενο της εταιρείας, όμως και αυτή η προσπάθεια απέτυχε, καθώς ο εργαζόμενος ενημέρωσε αμέσως τους ανωτέρους του και την Τροχαία Ρόδου.
Η υπερασπιστική γραμμή: «Φοβήθηκα ανάφλεξη»
Από την πλευρά του, ο 44χρονος αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες, δίνοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή μέσω των συνηγόρων του, Δήμου Μουτάφη και Στυλιανού Κιουρτζή. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν είχε σκοπό να καταστρέψει τον «εγκέφαλο» του οχήματος, αλλά αντίθετα ήθελε να τον προστατεύσει.
Όπως ισχυρίζεται, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, έλαβε ειδοποιήσεις στο κινητό του τηλέφωνο από την ηλεκτρονική εφαρμογή της BMW, οι οποίες προειδοποιούσαν για εκτεταμένες βλάβες και άμεσο κίνδυνο ανάφλεξης του οχήματος.
Φοβούμενος ότι το αυτοκίνητο θα έπιανε φωτιά καταστρέφοντας τα δεδομένα, ζήτησε απλώς να μετακινηθεί ο καταγραφέας σε ασφαλές σημείο εντός του ίδιου χώρου.
Παράλληλα, η υπεράσπιση τονίζει ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε κοινοποιηθεί εγγράφως καμία επίσημη κατάσχεση του οχήματος από τις αρχές, καθώς αυτή εκδόθηκε μεταγενέστερα, στις 26 Μαΐου, επομένως θεωρεί ότι δεν στοιχειοθετείται νομικά το αδίκημα της παραβίασης φύλαξης αρχής.
Η παρέμβαση της πολιτικής αγωγής και η προφυλάκιση
Καταλυτική για τη δικαστική εξέλιξη και την ανατροπή των δεδομένων ήταν η άμεση αντίδραση των συνηγόρων της οικογένειας των θυμάτων, Δημήτρη Βερβέρη και Τηλέμαχου Καμπούρη.
Οι συνήγοροι κατέθεσαν κατεπείγουσα αίτηση στην Τροχαία, ζητώντας την άμεση εξέταση των υπαλλήλων που δέχθηκαν τις πιέσεις, ενώ επεσήμαναν ότι η συμπεριφορά αυτή παραβίαζε ευθέως και τον περιοριστικό όρο που είχε επιβληθεί στον 44χρονο για μη ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα.
Η συγκεκριμένη έρευνα οδήγησε τελικά στην εκ νέου σύλληψη και την προσωρινή κράτηση του 44χρονου στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση των περιοριστικών όρων, με αποτέλεσμα να οδηγείται στη δίκη της 3ης Ιουλίου στερούμενος ήδη την ελευθερία του.
Υπενθυμίζεται ότι το τραγικό δυστύχημα σημειώθηκε στις 17 Μαΐου 2026, όταν η πολυτελής BMW του 44χρονου συγκρούστηκε με το όχημα στο οποίο επέβαιναν οι δύο άτυχες γυναίκες.
Ο ίδιος αρνείται τις ευθύνες για το τροχαίο, υποστηρίζοντας ότι δεν παραβίασε κόκκινο, δεν έτρεχε και ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αιφνίδια κίνηση του άλλου αυτοκινήτου, όμως ο ηλεκτρονικός καταγραφέας, που αποτελεί τον «σιωπηλό μάρτυρα» της τραγωδίας, αναμένεται να ρίξει φως στα πραγματικά αίτια.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
