Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τα άρθρα 29Σ, 60Σ, 73Σ και 77Σ έχει ως κοινό παρονομαστή την όσο το δυνατό μεγαλύτερη θωράκιση της συνταγματικής διαδρομής, μέσω της οποίας ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νόμος παράγεται, υπογράμμισε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Ιωάννης Κεφαλογιάννης, μιλώντας στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, ως αναπληρωτής του γενικού εισηγητή του κόμματος.
Για την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 29Σ και τη «δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων», ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας είπε ότι «η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν αμφισβητούνται οι θεμελιώδεις κανόνες του πολιτεύματος, αποδυναμώνεται και όταν οι ίδιοι οι θεσμοί, μέσω των οποίων συγκροτείται η πολιτική βούληση, λειτουργούν με ολοένα και λιγότερη εσωτερική δημοκρατία, όταν η συμμετοχή των μελών περιορίζεται, όταν οι εσωτερικές διαδικασίες αποδυναμώνονται, όταν τα πολιτικά κόμματα μετατρέπονται σταδιακά από χώρους πολιτικής συμμετοχής σε μηχανισμούς λήψης αποφάσεων». Για την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 60Σ, ο Γιάννης Κεφαλογιάννης σημείωσε ότι βουλευτής διαθέτει μεν ελεύθερη γνώμη και ψήφο, αλλά πρέπει να διασφαλίζονται και οι αναγκαίες θεσμικές προϋποθέσεις για να ασκήσει αποτελεσματικά το νομοθετικό και ελεγκτικό του έργο. Αναφερόμενος στην πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 73Σ, ο κ. Κεφαλογιάννης είπε ότι στόχος της πρότασης της ΝΔ είναι η συνταγματική κατοχύρωση βασικών αρχών καλής νομοθέτησης, δηλαδή επαρκής προνομοθετική διαβούλευση, αξιολόγηση της εφαρμογής του νόμου, μέτρα κωδικοποίησης της νομοθεσίας. «Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, για το άρθρο 77, εισάγει έναν περιορισμένο και αυστηρά οριοθετημένο μηχανισμό προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ώστε να υπάρχουν αυξημένες εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου, για θεσμική σταθερότητα και εμπιστοσύνη των πολιτών», σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Κεφαλογιάννης.
Περισσότερο αναλυτικά:
Άρθρο 29 (πολιτικά κόμματα)
Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι κατά πόσο μπορεί να υπάρξει δημοκρατική παραγωγή του νόμου, όταν υπάρχουν πολιτικά κόμματα που αξιοποιούν τις ελευθερίες που τους παρέχει το Σύνταγμα προκειμένου να υπονομεύσουν την ίδια τη δημοκρατική τάξη, δήλωσε ο Γιάννης Κεφαλογιάννης, αναφερόμενος στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 29Σ, για τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων. Η διατύπωση του άρθρου 29Σ του 1975 αποδείχθηκε, επί δεκαετίες επαρκής, είπε ο εισηγητής της ΝΔ. Σημείωσε ωστόσο ότι η εμπειρία των τελευταίων ετών ανέδειξε διαφορετικές αλλά αλληλένδετες προκλήσεις. Η πρώτη αφορά την προστασία της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας, είπε. «Θέλω να είμαι σαφής. Η δημοκρατία δεν είναι καθεστώς ορθών ιδεών. Είναι καθεστώς κανόνων. Δεν αξιολογεί ιδεολογίες μόνο, δεν αποκλείει πολιτικές απόψεις. Προστατεύει όμως την ακεραιότητα των θεσμών και των κανόνων, μέσα από τους οποίους διεξάγεται ο δημοκρατικός ανταγωνισμός. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η συνταγματική ελευθερία ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα, επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί, ως μέσο καταστρατήγησης της ίδιας της συνταγματικής τάξης. Αυτό επιβεβαίωσε και η πρόσφατη νομολογία του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου η οποία ανέδειξε ότι η συνταγματική επιταγή του άρθρου 29 δεν αποτελεί μια απλή διακήρυξη αρχών αλλά κανόνα με ουσιαστικό κανονιστικό περιεχόμενο. Επίσης επιβεβαίωσε ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στη συλλογή ψήφων αλλά προϋποθέτει τον σεβασμό των όρων, υπό τους οποίους διεξάγεται ο πολιτικός ανταγωνισμός», είπε ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας.
Αναφερόμενος στην ανάγκη να διασφαλιστεί και συνταγματικά ότι τα κόμματα λειτουργούν με εσωτερική δημοκρατία, ο κ. Κεφαλογιάννης είπε πως «η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν αμφισβητούνται οι θεμελιώδεις κανόνες του πολιτεύματος, αποδυναμώνεται και όταν οι ίδιοι οι θεσμοί, μέσω των οποίων συγκροτείται η πολιτική βούληση, λειτουργούν με ολοένα και λιγότερη εσωτερική δημοκρατία, όταν η συμμετοχή των μελών περιορίζεται, όταν οι εσωτερικές διαδικασίες αποδυναμώνονται, όταν τα πολιτικά κόμματα μετατρέπονται σταδιακά από χώρους πολιτικής συμμετοχής σε μηχανισμούς λήψης αποφάσεων».
Για τους λόγους αυτούς η Νέα Δημοκρατία προτείνει ρητή συνταγματική αναφορά στις αρχές δημοκρατικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων. Η προσθήκη αυτή, είπε ο κ. Κεφαλογιάννης, είναι αναγκαία διότι αναγνωρίζει ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση αρχίζει από τον τρόπο που τα ίδια τα κόμματα οργανώνονται και λειτουργούν. «Περισσότερη δημοκρατία μέσα στα κόμματα, σημαίνει τελικά ισχυρότερη δημοκρατία και στο ίδιο το αντιπροσωπευτικό μας σύστημα», είπε ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας.
Η Νέα Δημοκρατία, προτείνει επίσης ο κοινός νομοθέτης να μπορεί να καθορίζει τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων. «Η πρόταση αυτή δεν αποσκοπεί στη διεύρυνση της κρατικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή, αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός σαφούς και διαφανούς θεσμικού πλαισίου το οποίο θα παρέχει ασφάλεια δικαίου και θα εξειδικεύει τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 29», εξήγησε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας.
Προτείνεται παράλληλα να ανατεθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων συμμετοχής των πολιτικών κομμάτων στις εκλογές. «Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη θεσμική σημασία, γιατί η κρίση δεν ανατίθεται στην εκάστοτε κυβέρνηση ή στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ανατίθεται στο ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της χώρας, ώστε η προστασία της δημοκρατικής διαδικασίας να ασκείται με θεσμικές δικαιοδοτικές εγγυήσεις και όχι με πολιτικά κριτήρια», είπε ο κ. Κεφαλογιάννης.
Άρθρο 60 (Δικαίωμα ψήφου, παραίτηση από το αξίωμα)
Αναφερόμενος στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 60Σ,ο εισηγητής του κόμματος αναφέρθηκε στην σημασία του να έχει ο βουλευτής όχι μόνο ελεύθερη γνώμη και ψήφο, αλλά και τις αναγκαίες θεσμικές προϋποθέσεις, για να ασκήσει αποτελεσματικά το νομοθετικό και ελεγκτικό του έργο. «Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών ανέδειξε ότι η τυπική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του βουλευτή δεν αρκεί από μόνη της. Η νομοθεσία γίνεται όλο και πιο σύνθετη, η άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, επαρκή υποστήριξη και έγκαιρη πρόσβαση στην πληροφορία. Ταυτόχρονα, η εκτελεστική εξουσία διαθέτει, εκ των πραγμάτων, πολλαπλάσια οργανωτικά και διοικητικά μέσα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ουσιαστική άσκηση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας προϋποθέτει, όχι μόνο συνταγματική ελευθερία αλλά και πραγματικές θεσμικές δυνατότητες άσκησης των καθηκόντων του βουλευτή», είπε ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας και πρόσθεσε ότι η πρόταση του κόμματός του κατοχυρώνει ρητά ότι «ο βουλευτής πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις, για την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής του αρμοδιότητας, καθώς και για την εκπλήρωση της αντιπροσωπευτικής του αποστολής και της διαρκούς επικοινωνίας του με τους πολίτες της εκλογικής του περιφέρειας, πάντα σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους κανόνες της Βουλής.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας καθιερώνει και ρητή συνταγματική υποχρέωση των μελών της κυβέρνησης να ανταποκρίνονται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. «Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη θεσμική σημασία, διότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν αποτελεί προνόμιο των βουλευτών ούτε ευχέρεια της κυβέρνησης να απαντά κατά περίπτωση. Αποτελεί θεσμική έκφανσης της κοινοβουλευτικής αρχής και αναγκαία προϋπόθεση της δημοκρατικής λογοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας, απέναντι στο αντιπροσωπευτικό Σώμα», είπε ο κ. Κεφαλογιάννης.
Άρθρο 73 (δικαίωμα πρότασης νόμων) παρ.1:
Για την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 73Σ παρ.1, ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας είπε ότι στόχος είναι η συνταγματική κατοχύρωση βασικών αρχών καλής νομοθέτησης, δηλαδή επαρκή προνομοθετική διαβούλευση, αξιολόγηση της εφαρμογής του νόμου, μέτρα κωδικοποίησης της νομοθεσίας. «Ένας νόμος που καταρτίζεται χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς αξιολόγηση των συνεπειών του, χωρίς παρακολούθηση της εφαρμογής του και χωρίς ένταξη σε ένα συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο, δεν παράγει μόνο κακή νομοθέτηση, παράγει και έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης», είπε ο κ. Κεφαλογιάννης.
Ο βουλευτής ανέφερε ότι ο συνταγματικός προβληματισμός, σε σχέση με το άρθρο 73, θα μπορούσε να προχωρήσει ένα ακόμα βήμα. «Παρά τη συνταγματική αναγνώριση της Βουλής, ως φορέα νομοθετικής πρωτοβουλίας, οι προτάσεις νόμων, συχνά περιθωριοποιούνται στην πράξη, μένουν εκκρεμείς και δεν μετατρέπονται σε πραγματικά αντικείμενα κοινοβουλευτικής κρίσης», επισήμανε ο βουλευτής και προκειμένου «να μην υποχωρεί η συνταγματική ισοτιμία, ανάμεσα στη νομοθετική πρωτοβουλία της Βουλής και της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να καθίσταται αποκλειστικός πραγματικός φορέας της νομοθέτησης», πρότεινε: «μία φορά το μήνα, σε ημέρα που ορίζεται από τον Κανονισμό της Βουλής, να εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη, κατά σειρά προτεραιότητας, και να συζητείται πρόταση νόμου. Με την επιφύλαξη των άρθρων 73Σ έως 75Σ, και με αίτημα 50 τουλάχιστον βουλευτών ή Κοινοβουλευτικής Ομάδας που αριθμεί το 1/10 των μελών του Σώματος, έως δύο εκκρεμείς προτάσεις νόμων κατά τη διάρκεια κάθε τακτικής Συνόδου, να εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερήσια διάταξη και να εισάγονται εντός προθεσμίας που ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής, προς συζήτηση και ψήφιση, κατά το άρθρο 76Σ. Ο Κανονισμός της Βουλής να ορίσει τη διαδικασία υποβολής του αιτήματος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. «Η πρόταση αυτή δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, δεν αφαιρεί από την κυβέρνηση τον πρωτεύοντα ρόλο στη χάραξη της νομοθετικής πολιτικής, σε στερεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία το δικαίωμα να αποφασίζει. Διασφαλίζει ότι καμία νομοθετική πρωτοβουλία που πληροί τις συνταγματικές προϋποθέσεις, δεν θα μπορεί να παραμένει επ΄ αόριστον εκτός κοινοβουλευτικής κρίσης. Η Βουλή δεν θα υποχρεούται να την υπερψηφίσει. Θα υποχρεούται όμως να αποφανθεί. Αντίστοιχα, θεωρώ ότι πρέπει να ανοίξει διάλογος για τον θεσμό των βουλευτικών τροπολογιών». Το ζητούμενο είναι η βουλευτική τροπολογία να μην αντιμετωπίζεται ως μια απλή πολιτική υπόδειξη προς την κυβέρνηση, είπε ο κ. Κεφαλογιάννης και αναφέρθηκε στην ανάγκη να εξεταστεί μια συνταγματική παρέμβαση που θα εκλογικεύει τη διαδικασία εισαγωγής και εξέτασης των βουλευτικών τροπολογιών, κατά τρόπο, εφόσον πληρούν τις συνταγματικές προϋποθέσεις, να αντιμετωπίζονται με ενιαίο, διαφανή και θεσμικά συνεπή τρόπο.
Άρθρο 77 (αυθεντική ερμηνεία των νόμων)
Η Νέα Δημοκρατία προτείνει αναθεώρηση του άρθρου 77Σ: «Δυνατότητα παραπομπής ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του νόμου μετά την ψήφιση και πριν από τη δημοσίευσή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό ή τη Βουλή στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
– Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να παραπέμπει έως ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο ανά βουλευτική σύνοδο. Για την παραπομπή από τη Βουλή απαιτείται η κατάθεση αιτήματος της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών.
-Τα ψηφισμένα νομοσχέδια των άρθρων 51 και 54 παραπέμπονται υποχρεωτικά στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, πριν από τη δημοσίευσή τους.
– Έως την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κωλύεται η δημοσίευση του νόμου».
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας εισάγει έναν περιορισμένο και αυστηρά οριοθετημένο μηχανισμό προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ώστε να υπάρχουν αυξημένες εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου, για θεσμική σταθερότητα και εμπιστοσύνη των πολιτών, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Κεφαλογιάννης.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

