Με άμεσες αναφορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στα εξοπλιστικά προγράμματα αλλά και στην κρίση που μαστίζει τη Μέση Ανατολή ολοκληρώθηκε η επίσημη συνέντευξη Τύπου του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά το πέρας των εργασιών της επετειακής Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Ο Τούρκος πρόεδρος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τη στάση της Αθήνας σχετικά με τα εξοπλιστικά σημειώνοντας: «Ο κ Μητσοτάκης δε θα έπρεπε να πέσει σε τέτοιο λάθος γιατί τα αμυντικά συστήματα που αγόρασε, εμείς δεν κάναμε κανένα σχόλιο κι όμως είναι ο γείτονάς μας. Μπορεί να αγοράσει και να πουλήσει ό,τι θέλει. Η Τουρκία από την άλλη, τα παράγει αυτά τα συστήματα και έχει δικαίωμα να τα αγοράσει». Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σχολίασε: «Με τον κύριο Μητσοτάκη, τα προβλήματα του Αιγαίου, είναι ένα θέμα που συμφωνούμε ότι θέλουμε να επιλύσουμε. Η επίλυση τέτοιων ζητημάτων είναι πρωτίστως θέμα ηγετών. Πράγμα για το οποίο συμφωνεί και ο ίδιος».
Περνώντας στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, ο πρόεδρος της Τουρκίας ανέφερε: «Μακάρι όλοι μαζί να κάνουμε ό,τι χρειάζεται υπό την ηγεσία του προέδρου Τραμπ, να επικεντρωθούμε για την επίτευξη της ειρήνης». Κατήγγειλε ωστόσο τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις, επισημαίνοντας: «Από τη μία ελπίδα για ειρήνη και από την άλλη πλευρά οι επιθέσεις εναντίον του Λιβάνου. Είναι προκλήσεις για την ανθρωπότητα. Στα εδάφη του Λιβάνου συντελείται μια μεγάλη καταστροφή. 73.000 αθώοι άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στη Γάζα και εκεί η αθλιότητα συνεχίζεται».
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο Τούρκος ηγέτης τόνισε ότι δεν πρέπει να δειλιάζουμε, καθώς η περιοχή δεν αντέχει περαιτέρω εντάσεις ή νέες συρράξεις και όλοι έχουν ανάγκη από ειρήνη και σταθερότητα, όπως έχουν ανάγκη τον αέρα που αναπνέουν και το νερό που πίνουν. Παράλληλα, δήλωσε απόλυτα ικανοποιημένος από τη διοργάνωση της Συνόδου στην Άγκυρα για την 75η επέτειο της ίδρυσης της Συμμαχίας, όπου είχε μια γόνιμη ανταλλαγή απόψεων με τον Ντόναλντ Τραμπ και όλους τους ηγέτες, ενώ εξέφρασε την επιθυμία να επαναληφθεί μια αντίστοιχη συνάντηση αρχηγών κρατών τον Οκτώβριο του 2030.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

