Δέσμη νέων, ιδιαίτερα αυστηρών κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία η Γερουσία των ΗΠΑ, βάζοντας στο στόχαστρο κυρίως τον τομέα των υδρογονανθράκων. Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε με 86 ψήφους υπέρ έναντι 11 κατά, ωστόσο η τελική έγκρισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων αναμένεται να καθυστερήσει έως τις αρχές Σεπτεμβρίου λόγω των θερινών διακοπών του σώματος.
Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζιμ Ρις, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, υπογράμμισε ότι το συγκεκριμένο μέτρο φέρνει πιο κοντά τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Όπως εξήγησε, οι νέες κυρώσεις θα αποκόψουν τη ροή των οικονομικών πόρων που τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή της Μόσχας.
Μεταξύ των βασικών προβλέψεων του νομοσχεδίου περιλαμβάνεται η επιβολή δασμών ύψους 500% στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Παράλληλα, προβλέπονται δασμοί 100% για τις πέντε κύριες χώρες που εισάγουν ρωσικούς υδρογονάνθρακες, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ στο στόχαστρο μπαίνουν ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, Ρώσοι αξιωματούχοι, αλλά και ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» που χρησιμοποιείται για την παράκαμψη των δυτικών εμποδίων.
Το νομοσχέδιο φέρει το όνομα του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος έφυγε αιφνιδίως από τη ζωή στις 11 Ιουλίου, αφού προηγουμένως είχε καταφέρει να συμφωνήσει με τον Λευκό Οίκο για την προώθηση των μέτρων αυτών, τα οποία μέχρι πρότινος μπλόκαρε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Από την πλευρά τους, Δημοκρατικοί γερουσιαστές, όπως η Τζιν Σαχίν, σημείωσαν ότι τα μέτρα αποτελούν την καλύτερη ευκαιρία να πιεστεί το Κρεμλίνο ώστε να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Αν και υπήρξαν επιφυλάξεις από ορισμένους Δημοκρατικούς για τις ευρείες εξουσίες που παραχωρούνται στον Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τους δασμούς, ο ειδικός εκπρόσωπος για το Εμπόριο Τζέιμισον Γκριρ παρείχε διαβεβαιώσεις ότι οι επιβαρύνσεις στις τρίτες χώρες θα αίρονται μόλις εκείνες διακόπτουν τις εισαγωγές από τη Ρωσία. Από την πλευρά της, η ρωσική πρεσβεία στις ΗΠΑ αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τις κυρώσεις αντιπαραγωγικές για την ίδια την αμερικανική οικονομία εν μέσω διεθνούς ενεργειακής κρίσης και αυξημένων τιμών στα καύσιμα.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
