Η νέα νομοθεσία περί «εθνικής ενότητας» τέθηκε σε ισχύ σήμερα στην Κίνα, με τη Διεθνή Αμνηστία να εκτιμά ότι θα προωθήσει την «αναγκαστική αφομοίωση» των μειονοτήτων και τη Γερμανία και την Ταϊβάν να εκφράζουν έντονες επικρίσεις.
Ο νόμος αυτός έχει επισήμως στόχο να σφυρηλατήσει μια «κοινή» εθνική ταυτότητα ανάμεσα στις διάφορες εθνοτικές ομάδες και να «ενισχύσει τη συνοχή» της χώρας, κυρίως επισημοποιώντας πολιτικές που αποσκοπούν στην προώθηση της μανδαρινικής ως «κοινής, εθνικής γλώσσας».
Με το νομοσχέδιο ποινικοποιείται η εμπλοκή σε «βίαιες τρομοκρατικές δραστηριότητες, εθνοτικές αυτονομιστικές δραστηριότητες ή θρησκευτικές εξτρεμιστικές δραστηριότητες».
Η Κίνα αναγνωρίζει επισήμως 55 εθνοτικές μειονότητες στο έδαφός της, αλλά τα μανδαρινικά είναι ήδη η γλώσσα διδασκαλίας σε ορισμένες περιοχές με μεγάλους πληθυσμούς μειονοτήτων, όπως το Θιβέτ.
Όμως οι οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι αυτός ο νέος νόμος συντάχθηκε με στόχο να προσφέρει νομική κάλυψη στις πολιτικές αναγκαστικής αφομοίωσης των μειονοτήτων προς όφελος των Χαν, της εθνότητας στην οποία ανήκει η πλειονότητα των κατοίκων της Κίνας.
Η Διεθνής Αμνηστία εκτίμησε ότι ο νόμος αυτός «ωθεί εθνοτικές ομάδες όπως οι Ουιγούροι, οι Θιβετιανοί και οι Μογγόλοι να υιοθετήσουν μια ενιαία εθνική ταυτότητα, η οποία ορίζεται από το κράτος και κυριαρχείται από τον πολιτισμό των Χαν».
Ο νόμος θα επιβάλει «πολιτική και ιδεολογική ευθυγράμμιση με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα» και θα «θεσμοθετήσει περαιτέρω τις κινεζικές πολιτικές αναγκαστικής αφομοίωσης», δήλωσε χθες Τρίτη η Σάρα Μπρουκς, αναπληρώτρια περιφερειακή διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας.
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ από την πλευρά του εκτίμησε τον Ιούνιο ότι ο νόμος αυτός κινδυνεύει «να εντείνει τους περιορισμούς στη ελευθερία της γλώσσας, της εκπαίδευσης, της θρησκευτικής πρακτικής, του πολιτισμού, της έκφρασης και του συνέρχεσθαι», ενώ εκπρόσωποι των Θιβετιανών και των Ουιγούρων τον θεωρούν μέσο για τη «διαγραφή» των μειονοτήτων.
Εξάλλου το άρθρο 63 του νόμου ορίζει ότι πρόσωπα και οργανώσεις από το εξωτερικό μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για παραβιάσεις, γεγονός που οδηγεί τις ΜΚΟ να εκφράσουν την ανησυχία ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη στοχοποίηση αντιφρονούντων και ακτιβιστών εκτός Κίνας.
«Στο μέλλον πολίτες οποιασδήποτε χώρας τα σχόλια ή οι ενέργειες των οποίων δεν είναι αποδεκτά από το Πεκίνο μπορούν να γίνουν στόχοι αυτού του νόμου ή να τους ασκηθούν διώξεις», αντέδρασε σήμερα το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν.
Το Πεκίνο θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον νόμο «ως νομική βάση για την περαιτέρω καταστολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για διώξεις στην (επαρχία) Σιντζιάνγκ και το Θιβέτ ή για να εντείνει τις απειλές κατά διεθνών φωνών που υποστηρίζουν ή είναι ευνοϊκές προς την Ταϊβάν», σχολίασε ο φορέας της Ταϊβάν που είναι αρμόδιος για τις σχέσεις με την Κίνα.
Και η Γερμανία εξέφρασε τη Δευτέρα «τη μεγάλη της ανησυχία» εκτιμώντας ότι ο νόμος «αποτελεί σημαντικό κίνδυνο περαιτέρω αποδυνάμωσης της εκπαίδευσης στις μειονοτικές γλώσσες, καθώς και δικαιωμάτων όπως η θρησκευτική ελευθερία».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


