Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να μην φοβάται να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη εναντίον του Ιράν, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, όμως η πραγματικότητα είναι ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ελάχιστες έως καθόλου επιλογές που θα μπορούσαν προφανώς να βοηθήσουν το κίνημα διαμαρτυρίας στη χώρα — χώρια το γεγονός ότι η ιστορία των αμερικανικών παρεμβάσεων στην περιοχή δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί επιτυχής, αναφέρει ανάλυση του βρετανικού Guardian.
Ενθαρρυμένος από τη σύλληψη του πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ύστερα από επιχείρηση που χρειάστηκε μήνες σχεδιασμού, ο Τραμπ ανέβασε τους τόνους για στρατιωτική επέμβαση κατά του ιρανικού καθεστώτος, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε προώθηση στρατιωτικών δυνάμεων. Μάλιστα, τους τελευταίους μήνες έχει υπάρξει απομείωση (drawdown), που περιορίζει ακόμη περισσότερο τις στρατιωτικές επιλογές.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν αεροπλανοφόρο ανεπτυγμένο στη Μέση Ανατολή από τον Οκτώβριο, μετά από δύο χρόνια σχεδόν συνεχούς παρουσίας, που ακολούθησε την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, έχοντας μετακινήσει το USS Gerald R Ford στην Καραϊβική το καλοκαίρι και το USS Nimitz σε λιμάνι στη δυτική ακτή των ΗΠΑ το φθινόπωρο.
Αυτό σημαίνει ότι τυχόν αεροπορικά ή πυραυλικά πλήγματα κατά στόχων του καθεστώτος — και ίσως κατά του ιρανού ηγέτη, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ — πιθανότατα θα έπρεπε να εκτοξευθούν από ή να εμπλέξουν αμερικανικές και συμμαχικές αεροπορικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Μια εναλλακτική θα ήταν κάτι αντίστοιχο με την αποστολή μακράς εμβέλειας των βομβαρδιστικών B-2 τον Ιούνιο κατά της υπόγειας ιρανικής πυρηνικής εγκατάστασης στο Φόρντοου, αν και μια τέτοιου τύπου επίθεση σε αστική τοποθεσία θα έμοιαζε με επικίνδυνη υπερβολή.
Οι ΗΠΑ θα έπρεπε επίσης να ζητήσουν άδεια για χρήση βάσεων σε χώρες όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν και η Σαουδική Αραβία (ίσως ακόμη και της βρετανικής βάσης Ακρωτηρίου στην Κύπρο) — και να τις προστατεύσουν, όπως και τις χώρες που τις φιλοξενούν, από αντίποινα. Ακόμη κι αν τέτοια μέσα δεν χρησιμοποιούνταν από τις ΗΠΑ, οι ιρανοί ηγέτες έχουν απειλήσει να πλήξουν αμερικανικές βάσεις και πλοία σε περίπτωση επίθεσης στη χώρα.
Παρότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν υποβαθμίστηκαν σοβαρά στον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ, και τα συστήματα αεράμυνάς του υπερκεράστηκαν εύκολα, η Τεχεράνη διατήρησε μια περιορισμένη πυραυλική ικανότητα. Κρίσιμες θέσεις εκτόξευσης παραμένουν θαμμένες στα βουνά και το Ιράν έχει ξεκινήσει να ανασυγκροτείται. Εκτιμάται ότι διαθέτει 2.000 βαρείς βαλλιστικούς πυραύλους, ικανούς — αν εκτοξευθούν μαζικά — να διαπεράσουν την αμερικανική και ισραηλινή αεράμυνα.
Πιο καίριο ερώτημα είναι: τι θα βομβάρδιζαν οι ΗΠΑ; Θα ήταν δυνατό να εντοπιστούν στρατιωτικές και πολιτικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιεί το ιρανικό καθεστώς, όμως τόσο οι διαδηλώσεις όσο και η ολοένα πιο αιματηρή καταστολή εκτυλίσσονται σε όλη τη χώρα. Η στοχοποίηση δεν είναι πάντα ακριβής, οι στόχοι μπορεί να αναγνωριστούν λάθος και οι απώλειες αμάχων σε αστικά σημεία θα ήταν ένας προφανής κίνδυνος. Και δεν είναι ξεκάθαρο ότι αυτό θα είχε αποτέλεσμα στο πεδίο.
Δεν θα ήταν επίσης δύσκολο για το ιρανικό καθεστώς να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τυχόν αμερικανικές επιθέσεις ως σημείο συσπείρωσης για ό,τι απομένει από τη στήριξή του, δεδομένης της μακράς ιστορίας αμερικανικών παρεμβάσεων που ξεκινά από το πραξικόπημα της CIA το 1953. Και, όσο αντιδημοφιλές κι αν είναι μεταξύ των πολιτών που διαδηλώνουν, το καθεστώς δεν δείχνει εύθραυστο ή αδύναμο, έχοντας ήδη επιβιώσει από την παρατεταμένη επίθεση του Ισραήλ τον Ιούνιο.
«Υπάρχει ξεκάθαρα μια συνεκτική κυβέρνηση και στρατός και υπηρεσίες ασφαλείας στο Ιράν», δήλωσε η Ροξάν Φαρμανφαρμαϊάν, ανώτερη συνεργάτιδα στο thinktank Royal United Services Institute. «Η κυβέρνηση δείχνει ότι δεν έχει “κόκκινες γραμμές”: θα διασφαλίσει τα σύνορά της και τους δρόμους της, και ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός σάκων με σορούς αποκαλύπτει την αποφασιστικότητά της να το κάνει».
Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εξετάσουν μια άμεση επίθεση κατά του Χαμενεΐ. Η προσπάθεια δολοφονίας του ιρανού ηγέτη θα ήταν στρατιωτικά ευκολότερη από μια επιχείρηση τύπου «σύλληψης Μαδούρο», η οποία θα ήταν πολύ πιο σύνθετη απ’ ό,τι στη Βενεζουέλα, επειδή η Τεχεράνη απέχει εκατοντάδες μίλια από τα σύνορα της χώρας. Ωστόσο, η δολοφονία του ηγέτη μιας άλλης χώρας θα αποτελούσε εκρηκτική κλιμάκωση, θα έθετε πλήθος νομικών ζητημάτων και θα προκαλούσε μια παρατεταμένη στρατιωτική απάντηση.
Ούτε θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην σε αλλαγή καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου, ο Χαμενεΐ φαίνεται ότι απέφυγε τον εντοπισμό από το Ισραήλ: ο υπουργός Άμυνας της χώρας, Ισραέλ Κατς, δήλωσε μετά ότι «αν ήταν στο στόχαστρό μας, θα τον είχαμε βγάλει από τη μέση». Ο ιρανός ηγέτης είχε επίσης καταρτίσει λίστα με τρεις ανώτερους κληρικούς ως πιθανούς διαδόχους, σε περίπτωση που σκοτωνόταν, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ταχεία μετάβαση.
Άλλοι ειδικοί, όπως η Φαρμανφαρμαϊάν, υποστηρίζουν ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν μια κατάληψη της εξουσίας από τους Φρουρούς της Επανάστασης. Όπως και να έχει, το ιρανικό καθεστώς παρέμεινε ακέραιο αφού το Ισραήλ σκότωσε έως και 30 στρατιωτικούς και στελέχη ασφαλείας τον Ιούνιο. Μερικά «ενδεικτικά» αμερικανικά πλήγματα δύσκολα θα το άλλαζαν αυτό, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, το Κογκρέσο και ο ίδιος ο Τραμπ πιθανότατα δεν θα ήθελαν μια μακρά εκστρατεία. Ήδη ο πρόεδρος έχει αποκλείσει «μπότες στο έδαφος».
Μέσα σε αυτό το αβέβαιο πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη ότι εξετάζονται εναλλακτικές. Η πιο αξιοσημείωτη είναι μια στοχευμένη κυβερνοεπίθεση, γεγονός που γεννά το ερώτημα ποιος θα ήταν ο στόχος της. Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι οι ΗΠΑ «έκοψαν» το ρεύμα στο Καράκας για να διευκολύνουν τη σύλληψή του, όμως κάτι τέτοιο θα είχε χρησιμότητα στο Ιράν μόνο σε συνδυασμό με στρατιωτική επιχείρηση.
Ο Σίαραν Μάρτιν, πρώην επικεφαλής του βρετανικού National Cyber Security Centre, υποστηρίζει ότι «είναι δύσκολο να δει κανείς τι θα μπορούσε να λειτουργήσει» και ότι «η διατάραξη υπηρεσιών προς τους πολίτες ή ακόμη και κρατικών υπηρεσιών», όπως η ηλεκτροδότηση, πιθανότατα θα έπληττε περισσότερο τους πολίτες. Μια θεωρητική δυνατότητα θα ήταν οι ΗΠΑ να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν το διαδίκτυο, που έχει σε μεγάλο βαθμό διακοπεί από την περασμένη Πέμπτη, αν και ο Μάρτιν πρόσθεσε ότι θα ήταν «δύσκολο να παρέμβει κανείς μέσω κυβερνοχώρου» για να το πετύχει.
Μια πιο απλή επιλογή θα ήταν να επιχειρηθεί να «πλημμυρίσει η χώρα με Starlink» — τη δορυφορική υπηρεσία ίντερνετ του Έλον Μασκ — υπερνικώντας τα ιρανικά συστήματα παρεμβολών και παρέχοντας την υπηρεσία δωρεάν. Όμως, όπως σημείωσε ο Μάρτιν, αυτό «δεν είναι πραγματικά κυβερνοεπιχείρηση» και το να μοιραστούν περισσότερες πληροφορίες για την καταστολή δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουν οι σκοτωμοί στους δρόμους. Εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση ενδέχεται να μην ανταποκρίνεται στην υπόσχεση του Τραμπ ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν».

