Σειρά προτάσεων του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, σχετικά με την αναθεώρηση και εξορθολογισμό φορολογικών προστίμων, έγιναν αποδεκτές από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ενσωματώθηκαν σε διατάξεις του νομοδχεδίου, «Διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2226 του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2023 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/872 του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2025 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και λοιπές διατάξεις».
Ο Πρόεδρος του ΟΕΕ, Κωνσταντίνος Κόλλιας, μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για το νομοσχέδιο, χαιρέτισε την υιοθέτηση των προτάσεων του ΟΕΕ στο άρθρο 53 του Ν. 5104/2024 (νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), μέσω του άρθρου 37 του νομοσχεδίου, αναφορικά με τις εξαιρέσεις από την επιβολή προστίμων σε περιπτώσεις παράλειψης ή εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης.
Ο κ. Κόλλιας χαρακτήρισε αυτή την τροποποίηση – αποτέλεσμα πολλαπλών συναντήσεων του ΟΕΕ με τον Υπουργό Οικονομικών και το επιτελείο του – ουσιαστική θεσμική παρέμβαση προς τη σωστή κατεύθυνση, διότι αναγνωρίζει ότι το σύστημα κυρώσεων οφείλει να διακρίνει μεταξύ πραγματικής παραβατικότητας και περιπτώσεων όπου η επιβολή προστίμου οδηγεί σε υπέρμετρες και άδικες συνέπειες.
«Η αποδοχή των θέσεων του Φορέα μας επιβεβαιώνει ότι υπάρχει πεδίο συνεργασίας για μια πιο εξορθολογισμένη και δίκαιη προσέγγιση στη φορολογική διοίκηση, η οποία δεν θα περιορίζεται σε μια στενή εισπρακτική λογική, αλλά θα λαμβάνει υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της εύλογης εμπιστοσύνης του διοικουμένου».
Σε ό,τι αφορά τα πρόστιμα του άρθρου 53, το ΟΕΕ θεωρεί ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες, ώστε η πολιτεία, αξιοποιώντας την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή παρακολούθηση των συναλλαγών μέσω και της εφαρμογής mydata, να εξετάσει το ενδεχόμενο της μη επιβολής αυτών των προστίμων από την επομένη ημέρα της καταληκτικής ημερομηνίας, αλλά να θεσπίσει διαδικασία ειδοποίησης συμμόρφωσης του φορολογούμενου και, εφόσον δεν υπάρξει ανταπόκριση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (π.χ. 30 ημέρες), να επιβάλλονται τα πρόστιμα αυτά. Αντίστοιχες εξαιρέσεις προτείνονται και για τα πρόστιμα σε περιπτώσεις ανακριβών δηλώσεων, όταν, κατόπιν φορολογικού ελέγχου, διαπιστώνεται ότι ο δηλωθείς φόρος υπολείπεται του πραγματικά οφειλόμενου.
Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, διότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες η ανακρίβεια δεν οφείλεται σε δόλο ή πρόθεση καταστρατήγησης της νομοθεσίας, αλλά σε αντικειμενικές δυσχέρειες ερμηνείας, σε πολυπλοκότητα των εφαρμοστέων διατάξεων ή σε πραγματικά σφάλματα που δεν δικαιολογούν την αυτόματη ενεργοποίηση ενός αυστηρού κυρωτικού μηχανισμού.
Ο Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος χαρακτήρισε το νομοσχέδιο, ως νομοθετική πρωτοβουλία με ιδιαίτερη σημασία, καθώς εντάσσεται στη συνολικότερη ευρωπαϊκή προσπάθεια για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής, της φοροδιαφυγής και της αδιαφάνειας στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές.
Όπως είπε ο κ. Κόλλιας, η εναρμόνιση της εθνικής έννομης τάξης με τα νέα δεδομένα δεν αποτελεί απλώς τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης, αλλά ουσιαστικό εργαλείο ενίσχυσης της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας του φορολογικού μας συστήματος.
«Η ενίσχυση της ανταλλαγής φορολογικών δεδομένων και της διασυνοριακής πληροφόρησης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό των μηχανισμών διαφάνειας της χώρας. Σε ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, όπου τα κεφάλαια, οι επενδύσεις και οι συναλλαγές διακινούνται με μεγάλη ταχύτητα και πολυπλοκότητα, η δυνατότητα άμεσης, αξιόπιστης και διαλειτουργικής πρόσβασης σε κρίσιμες πληροφορίες καθίσταται καθοριστική για την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών».
Ο Πρόεδρος του ΟΕΕ είπε ότι είναι απολύτως απαραίτητη η ψηφιακή μετάβαση της φορολογικής διοίκησης, ιδίως στον τομέα των κρυπτοστοιχείων, όπου η τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί νέα πεδία οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και νέους κινδύνους αδιαφάνειας, απόκρυψης φορολογητέας ύλης και δυσχέρειας εντοπισμού των πραγματικών ροών κεφαλαίων.
«Για τον λόγο αυτό, η ύπαρξη ενός σύγχρονου και τεχνολογικά επαρκούς ελεγκτικού μηχανισμού δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά επιτακτική ανάγκη».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


