Η επιτάχυνση στη μείωση του δημόσιου χρέους, που στηρίζεται στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αποτελεί βασικό πλεονέκτημα της χώρας απέναντι στους οίκους αξιολόγησης για νέες αναβαθμίσεις.
Μέχρι το τέλος του έτους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η Ελλάδα αναμένεται να κλείσει έναν μακροχρόνιο κύκλο όπου κατείχε την αρνητική πρωτιά στο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρώπη. Το 2026 το δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 136,8% του ΑΕΠ, κάτω από το αντίστοιχο της Ιταλίας που εκτιμάται στο 138,6%. Η πτωτική πορεία συνεχίζεται από το 145,9% του 2025, με πρόβλεψη για 130,3% το 2027 και περαιτέρω μείωση κοντά στο 119% το 2029, κάτω από το κρίσιμο όριο του 120%.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης και όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός στο υπουργικό συμβούλιο, τη μεγαλύτερη μείωση χρέους διεθνώς την τελευταία 40ετία. Το γεγονός αυτό έχει ήδη επισημανθεί σε εκθέσεις διεθνών οίκων αξιολόγησης ως ιδιαίτερα θετική επίδοση.
Ο πρώτος κύκλος αξιολογήσεων για το 2026 ολοκληρώνεται στις 8 Μαΐου με την έκθεση της Fitch, ενώ από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο ακολουθεί ο δεύτερος γύρος, όπου η κυβέρνηση στοχεύει σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, υπό την προϋπόθεση σταθερού διεθνούς περιβάλλοντος και γεωπολιτικής ομαλότητας.
Παράλληλα, για το τρέχον έτος έχουν προγραμματιστεί δύο πρόωρες αποπληρωμές χρέους από την περίοδο των μνημονίων. Το καλοκαίρι προβλέπεται η αποπληρωμή 7 δισ. ευρώ από το δάνειο των 52,9 δισ. ευρώ των χωρών της ευρωζώνης, ενώ έως το τέλος του έτους αναμένεται και μερική αποπληρωμή δανείου 110 δισ. ευρώ προς τον EFSF.
Καθοριστικό ρόλο στη μείωση του χρέους διαδραματίζουν οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, με το πρωτογενές πλεόνασμα να ξεπερνά σημαντικά τους στόχους. Το 2025 διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ έναντι πρόβλεψης 3,7%, ενώ για το 2026 εκτιμάται στο 3,2% έναντι αρχικού στόχου 2,8%.
Σημαντική συμβολή στα υψηλά πλεονάσματα έχουν και τα αυξημένα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τα οποία εκτιμάται ότι έφτασαν τα 3 δισ. ευρώ το 2025, από 2 δισ. ευρώ το 2024, ενισχύοντας ουσιαστικά τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας.

