Αναλυτικά η ομιλία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη στη συνέντευξη Τύπου για την εξειδίκευση των οικονομικών μέτρων που εξαγγέλθηκαν από τον Πρωθυπουργό στην 90η ΔΕΘ
«Κυρίες και κύριοι, σας καλωσορίζω στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και σας ευχαριστώ που είστε σήμερα εδώ για την εξειδίκευση των μέτρων που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Θα μιλήσουμε σήμερα για αριθμούς, για συντελεστές, για εισοδήματα και για δικαιούχους. Θέλω όμως πριν από όλα αυτά, να μιλήσω για τη λογική που όλα αυτά τα συνδέει. Σε πολλές, καταρχάς, από τις μεγάλες οικονομίες σήμερα, η συζήτηση είναι εντελώς αντίστροφη από αυτή που θα κάνουμε σήμερα εδώ: είναι από το πού θα περιοριστούν δαπάνες, ποιες είναι οι προτεραιότητες που θα μετατεθούν, πώς θα καλυφθούν δημοσιονομικά κενά.
Στην Ελλάδα, μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κρίσης που βιώσαμε όλοι, έχουμε πλέον δημιουργήσει τις συνθήκες για μια διαφορετική συζήτηση: πώς αξιοποιούμε με υπευθυνότητα τη δυναμική που πλέον έχει αποκτήσει η οικονομία, ώστε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε το εισόδημα, την παραγωγή, την οικογένεια και τις προοπτικές της χώρας, χωρίς να διακινδυνεύσουμε όλα εκείνα τα οποία μέχρι σήμερα έχουμε κατακτήσει: τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αυτό είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών.
Η οικονομία μεγάλωσε, η απασχόληση αυξήθηκε, οι επενδύσεις ενισχύθηκαν, η φοροδιαφυγή περιορίζεται μέσα από την ψηφιοποίηση, και γι’ αυτό έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να παρουσιάζουμε ένα πακέτο 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2027. Ένα πακέτο το οποίο αγγίζει σχεδόν κάθε επαγγελματική και κοινωνική ομάδα.
Και εδώ, επιτρέψτε μου να πω, βρίσκεται και μια κρίσιμη πολιτική διαφορά: λαϊκισμός είναι να τάζεις χρήματα που δεν υπάρχουν και να στέλνεις σε κάποιον άλλον το λογαριασμό και δη στο μέλλον.
Σοβαρότητα είναι να δημιουργείς πρώτα τις δυνατότητες, μέσα από μια οικονομία η οποία αναπτύσσεται, επενδύει, δημιουργεί δουλειές, παράγει περισσότερο. Και όταν αυτές οι δυνατότητες έχουν πια δημιουργηθεί από την προσπάθεια μιας ολόκληρης, θέλω να τονίσω, κοινωνίας, τότε το να μετατρέπεις την πρόοδο της οικονομίας σε καλύτερη ζωή για κάθε πολίτη δεν συνιστά παροχή. Συνιστά υποχρέωση. Συνιστά δικαιοσύνη. Συνιστά ενσυναίσθηση.
Η οικονομική πολιτική, κυρίες και κύριοι, το ξέρουμε όλοι καλά, αφορά και το αν βγαίνει ο μήνας για τον πολίτη. Αν μια οικογένεια αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια, αν ένας νέος άνθρωπος θα δει περισσότερες δυνατότητες μπροστά του.
Η δική μας πολιτική απάντηση σε όλα αυτά περιλαμβάνει τρεις μεγάλους άξονες. Ο πρώτος είναι το δημόσιο χρέος: μειώνουμε το βάρος της χώρας, περιορίζουμε τους τόκους, ενισχύουμε την αξιοπιστία μας, δεν μεταφέρουμε το λογαριασμό στις επόμενες γενιές.
Ο δεύτερος είναι το ιδιωτικό χρέος: δίνουμε περισσότερα εργαλεία ρύθμισης, βοηθούμε ανθρώπους και επιχειρήσεις να επιστρέψουν στην οικονομική κανονικότητα.
Και ο τρίτος είναι αυτός που παρουσιάζουμε σήμερα: η στήριξη του εισοδήματος, της οικογένειας, της εργασίας, της παραγωγικής οικονομίας. Οι τρεις αυτοί άξονες δεν είναι τρεις ξεχωριστές πολιτικές. Είναι μία πολιτική. Είναι η ίδια πολιτική: μειώνεις το δημόσιο χρέος για να ελευθερώνεις το μέλλον της χώρας. Αντιμετωπίζεις το ιδιωτικό χρέος για να απελευθερώσεις πολίτες και επιχειρήσεις από το παρελθόν. Και χρησιμοποιείς την ανάπτυξη για να βελτιώνεις και το παρόν και τις προοπτικές του μέλλοντος.
Αυτή, κυρίες και κύριοι, είναι η συμφωνία προόδου και ευημερίας με ορίζοντα το 2030 την οποία παρουσίασε ο Πρωθυπουργός.
Και αυτή η συμφωνία έχει τέσσερις καθαρές προτεραιότητες: μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για τους πολίτες, περισσότερες ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, ισχυρότερη κοινωνική πολιτική με έμφαση στη στέγη, το δημογραφικό και την υγεία, και μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία με χαμηλότερο κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τέσσερις προτεραιότητες με παρονομαστή μία λογική. Μία απλή λογική: μεγαλύτερη ανάσα σήμερα, περισσότερη ασφάλεια για το αύριο, μεγαλύτερες δυνατότητες για τη ζωή που θέλει ο καθένας και η καθεμία να χτίσουμε.
Κυρίες και κύριοι, ξέρουμε από πού ερχόμαστε: από μια Ελλάδα με τεράστια ανεργία, με χαμένες επενδύσεις, με νέους που έφυγαν στο εξωτερικό, και μια κοινωνία που είχε χάσει την πίστη της ως προς το ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Και σήμερα η χώρα βρίσκεται αλλού. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις των τελευταίων ετών, ότι μπορούμε να κοιτάζουμε ξανά το μέλλον με ελπίδα και αισιοδοξία.
Ο στόχος μας, λοιπόν, είναι έως το 2030 το ΑΕΠ να ξεπεράσει τα 310 δισεκατομμύρια ευρώ, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης τα 1.800 ευρώ, και οι επενδύσεις το 20% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος από περίπου 137% του ΑΕΠ φέτος να πέσει κάτω από το 120% έως το 2029 και κάτω από το 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
Προφανώς, δεν έχουμε κανέναν λόγο για αυταρέσκεια. Γνωρίζουμε την πίεση από το κόστος ζωής, τη δυσκολία της στέγης, το κόστος που αντιμετωπίζει μια οικογένεια με παιδιά, την ανάγκη να ανέβουν περισσότερο οι μισθοί. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει πολύ. Και η Ελλάδα έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της. Και οι δύο προτάσεις είναι ταυτόχρονα αληθινές. Και σε αυτά ακριβώς επιχειρούν να απαντήσουν οι παρεμβάσεις που παρουσιάζουμε και αναλύουμε σήμερα.
Ξεκινώ από τους ελεύθερους επαγγελματίες, γιατί εδώ αποτυπώνεται μια σημαντική αλλαγή, η οποία έχει συντελεστεί συνολικά στην οικονομία: το MyData, η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, μας δίνουν πλέον πολύ περισσότερα πραγματικά δεδομένα για την οικονομική δραστηριότητα, δεδομένα πεδίου.
Στην πραγματικότητα, το έχω πει πολλές φορές, αφήστε με να το επαναλάβω: η λέξη «ψηφιακό» είναι το αντίθετο της λέξης «τεκμαρτό».
Το τεκμαρτό είναι παραδοχή. Υπόθεση εργασίας. Πραγματική εικόνα είναι το ψηφιακό δεδομένο. Γι’ αυτό κάνουμε τώρα ένα σημαντικό βήμα για τον συνεπή ελεύθερο επαγγελματία. Καταργούμε το τεκμαρτό εισόδημα πάνω από το ύψος του κατώτατου μισθού και των τριετιών. Αυτή η αλλαγή, επειδή είπα «συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες», πώς είναι συνεπής; Αυτή η αλλαγή αφορά, κατ’ αρχήν, υπό την έννοια του «συνεπούς», πάνω από 9 στους 10 ελεύθερους επαγγελματίες.
Να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: ιδιοκτήτης καφέ με 15 χρόνια λειτουργίας και 5 εργαζόμενους, με ελάχιστο καθαρό εισόδημα 27.000 ευρώ και ετήσιο κόστος μισθοδοσίας 105.000 ευρώ, θα πληρώνει πλέον 2.249 ευρώ φόρο το χρόνο. 2.500 ευρώ λιγότερα από σήμερα. Και εδώ να τονίσω ότι το 63% της εστίασης είναι ατομικές επιχειρήσεις, οι 54 από τις 86.000, και το 70% του λιανεμπορίου.
Να πω επίσης ότι το ξέρετε, το ξέρουμε, ότι στην εφαρμογή του τεκμαρτού υπήρξαν και αρρυθμίες, και όπου βρήκαμε αυτές τις στρεβλώσεις, τις διορθώσαμε. Το είχαμε κάνει νωρίτερα στις λαϊκές αγορές, αναγνωρίζοντας ότι οι πωλητές εργάζονται 180 με 200 μέρες το χρόνο. Μειώσαμε αντίστοιχα το τεκμαρτό. Τώρα θα το κάνουμε και στα ταξί. Το τεκμήριο να ακολουθεί, δηλαδή, το πραγματικό ποσοστό ιδιοκτησίας, και ένα ανήλικο παιδί που κληρονόμησε μια άδεια να μην αντιμετωπίζεται φορολογικά ως ενεργός επαγγελματίας.
Παράλληλα μηδενίζουμε το φόρο έως τις 20.000 ευρώ για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και τους τρίτεκνους. Για τους αγρότες, το μέτρο αφορά 47.000 επαγγελματίες από ένα σύνολο 245.000. Αυτή είναι μια επιλογή υπέρ της παραγωγής και της περιφέρειας. Ένας αγρότης με 20.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα κερδίζει έτσι 1.540 ευρώ ετησίως. Για τους τρίτεκνους, το μέτρο αφορά σχεδόν 87.000 ανθρώπους. Είναι συνέχεια μιας σταθερής πολιτικής για το δημογραφικό.
Σας θυμίζω την περσινή μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που είχε αυτή την έμφαση. Ένας τρίτεκνος μισθωτός με 20.000 ευρώ ετήσιο μικτό εισόδημα κερδίζει 620 ευρώ το χρόνο. Με 30.000 ευρώ εισόδημα κερδίζει 1.800 ευρώ ετησίως.
Συνταξιούχοι: ενισχύουμε τους συνταξιούχους αυξάνοντας από 300 σε 400 ευρώ τη μόνιμη ενίσχυση του Νοεμβρίου. Διευρύνουμε έτσι σημαντικά παραλλήλως και την περίμετρο των δικαιούχων, με 270.000 επιπλέον συνταξιούχους.
Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης εδώ: η εθνική σύνταξη είναι σήμερα 446 ευρώ μικτά. Δηλαδή, το καθαρό ποσό που καταλήγει στον συνταξιούχο είναι χαμηλότερο. Αντίθετα, η ετήσια ενίσχυση των 400 ευρώ καταβάλλεται καθαρή στη συντριπτική πλειονότητα των δικαιούχων. Επομένως, σε όρους καθαρού εισοδήματος, η ετήσια ενίσχυση ξεπερνά το ποσό μιας επιπλέον μηνιαίας εθνικής σύνταξης.
Αυτό το μέτρο, μαζί με τις αυξήσεις που θα λάβουν οι συνταξιούχοι από την 1η Ιανουαρίου του 2027, θυμίζω χωρίς πλέον το βάρος της προσωπικής διαφοράς, μας επιτρέπει να αρχίζουμε να τους κοιτάζουμε ξανά στα μάτια. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά τι πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρουμε τι έχασαν. Ξέρουμε πόσα σήκωσαν στις πλάτες τους.
Και εδώ να προσθέσω ότι από το 2027 θεσπίζουμε, έπειτα από 15 χρόνια, ενίσχυση Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για τους δημόσιους λειτουργούς: για τους δασκάλους, τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους πυροσβέστες, για τους ανθρώπους που βρίσκονται δηλαδή καθημερινά στην πρώτη γραμμή της λειτουργίας του κράτους. Είναι μια μόνιμη ενίσχυση. Θα μετρά και για τις συντάξιμες αποδοχές, μαζί με τις ετήσιες αυξήσεις. Ένας υπάλληλος 40 ετών με δύο παιδιά και καθαρό μισθό 1.450 ευρώ θα δει αύξηση 562 ευρώ καθαρά το 2027, επιπλέον 402 ευρώ το 2028. Σύνολο, δηλαδή, 964 ευρώ.
Και συνεχίζουμε με παρεμβάσεις που μειώνουν το κόστος της εργασίας, αφήνουν περισσότερη ρευστότητα στις επιχειρήσεις, δημιουργούν πιο ισχυρά κίνητρα για επενδύσεις.
Από τον Απρίλιο του 2027 μειώνουμε κατά 0,5% τις ασφαλιστικές εισφορές στον ιδιωτικό τομέα.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, επίσης, από το φορολογικό έτος 2027 η προκαταβολή φόρου θα μειωθεί από το 55% στο 50%. Και για τα νομικά πρόσωπα, από το φορολογικό έτος 2028 θα γίνει μια σταθερή αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο. Ο στόχος ποιος είναι; Από το 80% που είναι σήμερα, να φτάσει σταδιακά στο 50%. Έτσι αφήνουμε περισσότερη ρευστότητα στις επιχειρήσεις για να επενδύσουν, να αναπτυχθούν, να δημιουργήσουν καλύτερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Να σταθώ λίγο στο μέγεθος αυτής της απόφασης. Η μείωση της προκαταβολής φόρου, το 5% αυτό το οποίο μόλις ανέφερα, έχει δημοσιονομικό κόστος 400 εκατομμύρια ευρώ για μία χρονιά, για την πρώτη χρονιά εφαρμογής. Δηλαδή, μόνο αυτό το μέτρο για εκείνη τη χρονιά, γιατί μετά έρχεται η προκαταβολή από τις επόμενες χρονιές, απορροφά ένα πάρα πολύ σημαντικό μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου. Και όμως επιλέξαμε να το κάνουμε. Γιατί κρίναμε ότι αυτά τα χρήματα πρέπει να μείνουν στην πραγματική οικονομία, στις επιχειρήσεις και στους επαγγελματίες που παράγουν και επενδύουν.
Παράλληλα, δίνουμε ισχυρότερο κίνητρο στις επιχειρήσεις να επενδύσουν για να εκσυγχρονίσουν τον εξοπλισμό τους, επιταχύνουμε τις αποσβέσεις των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό από τα 10 στα 6 χρόνια, και προχωρούμε στην κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Ξεκινώντας από την ελληνική περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη, το 2028 μειώνεται κατά 50% στην Αττική και το 2029 καταργείται πλήρως και εκεί.
Ξεκινάμε από την περιφέρεια, γιατί η ανάπτυξη πρέπει να φτάνει παντού και να δημιουργεί ευκαιρίες σε ολόκληρη τη χώρα. Το κόστος της κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος, εδώ να πω, ξεκινά από τα 82 εκατομμύρια ευρώ το 2027 και φτάνει τα 201 εκατομμύρια ευρώ το 2030.
Ταυτόχρονα, τιμαριθμοποιούμε τα αναπηρικά επιδόματα, ώστε η στήριξη που παρέχει η πολιτεία να μη χάνει την αξία της με την πάροδο του χρόνου. Ήταν ένα δίκαιο και λογικό αίτημα και ερχόμαστε να ανταποκριθούμε σε αυτό. Και από το 2027 καταργούμε τον ΕΝΦΙΑ σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους. Σήμερα θα ίσχυε έως 1.500, και αυτός ο αριθμός πάει στους 2.200 κατοίκους για τη Δυτική Μακεδονία.
Το 2027 θα έχουμε το υψηλότερο, επίσης, Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ενισχυμένο με επιπλέον 1,05 δισ. ευρώ σε σχέση με τον προηγούμενο προγραμματισμό. Από το 2028 θα προσθέτουμε 1,45 δισ. κάθε χρόνο σε σχέση με την προηγούμενη σύγκριση, διασφαλίζοντας ότι η επενδυτική δυναμική της χώρας θα συνεχιστεί και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ένα σημαντικό μέρος αυτής της προσπάθειας κατευθύνεται στις υποδομές και την ενέργεια. Ο στόχος που έθεσε ο Πρωθυπουργός είναι ξεκάθαρος: η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος να μειωθεί κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με προσωρινές επιδοτήσεις, χρειάζεται να επενδύσουμε σε υποδομές, στις ΑΠΕ, στα δίκτυα και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ώστε να μειώσουμε μόνιμα το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Την εξειδίκευση αυτών των μέτρων θα κάνει αύριο ο αρμόδιος Υπουργός, ο κ. Παπασταύρου.
Κυρίες και κύριοι, στο κέντρο της πολιτικής μας βρίσκεται πάντα το εισόδημα από την εργασία. Ο κατώτατος μισθός από τα 650 ευρώ το 2021 βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ. Τον Ιανουάριο του 2028 θα φτάσει τα 1.000 ευρώ ή τα 1.300 ευρώ, για όσους έχουν συμπληρωμένες τριετίες. Η αύξηση αυτή είναι 54% μέσα σε 7 χρόνια και, μαζί με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αυτή η αύξηση σημαίνει περισσότερα καθαρά χρήματα κάθε μήνα στην τσέπη του εργαζόμενου.
Η ανακούφιση απέναντι στο κόστος ζωής είναι προφανώς απαραίτητη, αλλά ο στόχος είναι μεγαλύτερος: οι μισθοί να ανεβαίνουν επειδή ανεβαίνει η παραγωγικότητα, επειδή οι επιχειρήσεις επενδύουν, επειδή η οικονομία δημιουργεί, εν τέλει, περισσότερη αξία. Η φιλοδοξία μας είναι κάθε πολίτης να μπορεί όλο και περισσότερο να προχωρά με το εισόδημά του, τη δουλειά του και τις δικές του δυνάμεις.
Και υπάρχει ένα ακόμη πεδίο όπου το διαθέσιμο εισόδημα συναντά, ίσως σήμερα, τη μεγαλύτερη πίεση: η στέγη. Δεν υπάρχει, εγώ θα πω εδώ, μια «εύκολη» λύση σε αυτό το πρόβλημα. Έχει πολλές αιτίες και είναι πανευρωπαϊκό, έχει πανευρωπαϊκή πτυχή. Γι’ αυτό και, σε ό,τι αφορά εμάς, κινητοποιούμε κενές κατοικίες, παρατείνουμε τα φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις και νέα κτίρια, διατηρούμε περιορισμούς στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις, προχωρούμε στο νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, και αυξάνουμε από 3% σε 15% τον φόρο μεταβίβασης κατοικίας για πολίτες τρίτων χωρών.
Το μέτρο αυτό, θέλω να τονίσω, θα ισχύσει από την 1/7/2027 γιατί ο στόχος μας δεν είναι να αιφνιδιάσουμε την αγορά. Και να προσδιορίσω επίσης ότι θα αφορά φυσικά και όχι Νομικά Πρόσωπα. Και όπως επιβραβεύουμε τη συνέπεια, οφείλουμε ταυτόχρονα να εξασφαλίζουμε δικαιοσύνη στους φορολογικούς κανόνες.
Γι’ αυτό και, όταν πολύ υψηλές αμοιβές μελών Διοικητικών Συμβουλίων και ανώτερων στελεχών προέρχονται από τη συμμετοχή στα κέρδη, το τμήμα τους πάνω από τις 60.000 ευρώ θα φορολογείται από την 1η Ιανουαρίου του 2027 με 15% αντί για 5% που ισχύει σήμερα.
Γιατί κάνουμε αυτή την αλλαγή; Γιατί σήμερα αυτές οι αλλαγές φορολογούνται με 5%, ενώ τα stock options φορολογούνται με 15%. Διορθώνουμε μια προφανή φορολογική ασυμμετρία.
Και εδώ θέλω να είμαι απολύτως σαφής: δεν αλλάζει ο φόρος στα μερίσματα. Για τους μετόχους που βάζουν τα κεφάλαιά τους και αναλαμβάνουν το επιχειρηματικό ρίσκο, ο φόρος μερισμάτων παραμένει στο 5%.
Τώρα, το δημοσιονομικό κόστος όλων αυτών των μέτρων έχουμε πει ότι είναι για το 2027, 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Για τα μέτρα που είναι εντός του 2026, μιλάμε για 605 εκατομμύρια ευρώ. Και σταδιακά το κόστος πάει στα 3,6 δισ. μέχρι το 2030. Κάθε ευρώ που ανακοινώνουμε είναι κοστολογημένο, κάθε μέτρο έχει τη χρηματοδότησή του.
Θέλω όμως να κλείσω με μια παρέμβαση που η σημασία της ξεπερνά κατά πολύ το δημοσιονομικό της κόστος. Γιατί δεν είναι ένα ακόμη μέτρο, είναι μια αλλαγή νοοτροπίας, είναι μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει «πολιτική για την επόμενη γενιά».
Τα τελευταία χρόνια, το ξέρετε όλες και όλοι πολύ καλά, επιδιώκουμε να χτίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική για την οικογένεια. Υπάρχει το Α21, το οποίο στηρίζει τις καθημερινές ανάγκες με ρητά εισοδηματικά κριτήρια, το επίδομα γέννησης, το οποίο στηρίζει την οικογένεια από την πρώτη στιγμή και η φορολογική μεταρρύθμιση που ανακοινώσαμε πέρσι – ήμασταν εδώ στο ίδιο σημείο πριν από έναν χρόνο – η οποία εφαρμόστηκε από την 1η Ιανουαρίου του 2026 και που έχει σαν στόχο τι; Να αφήσει περισσότερο εισόδημα στην οικογένεια.
Τώρα, λοιπόν, κάνουμε το επόμενο βήμα. Δεν βοηθάμε μόνο την οικογένεια να μεγαλώσει το παιδί της. Αρχίζουμε μαζί της να χτίζουμε το μέλλον του. Μέσα στα 2 πρώτα χρόνια από τη γέννησή του, η οικογένεια θα μπορεί να ανοίγει έναν ειδικό επενδυτικό λογαριασμό. Έναν «κουμπαρά» για τη νέα γενιά. Και για κάθε ευρώ που θα καταθέτει, μέχρι 1.200 ευρώ τον χρόνο, 1 ακόμη ευρώ θα βάζει η πολιτεία: 1 ευρώ η οικογένεια, 1 ευρώ η πολιτεία. Για το μέλλον ενός παιδιού.
Τα χρήματα αυτά δεν θα μένουν απλώς στην άκρη. Θα επενδύονται. Θα δουλεύουν. Θα μεγαλώνουν μαζί με το παιδί. Και θέλω εδώ να προσθέσω επίσης ότι υπάρχει και κάτι που γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα: τη δύναμη και τη συνοχή της οικογένειας. Δεν χρειάζεται να βάζουν σε αυτόν τον λογαριασμό χρήματα μόνο οι γονείς. Δεν χρειάζεται να εστιάσουμε αποκλειστικά και μόνο σε αυτό, αλλά να δούμε ότι μπορεί να βάλει χρήματα και ο παππούς και η γιαγιά, ο νονός, ένας συγγενής, ένας οικογενειακός φίλος. Στα γενέθλια ή στη γιορτή του παιδιού, θα μπορούν να βάλουν 20 ή 30 ευρώ στον λογαριασμό του -προτιθέμεθα αυτό να το κάνουμε πολύ εύκολο στο να γίνεται- και για κάθε 30 ευρώ που θα βάζουν, το κράτος θα έρχεται και θα προσθέτει άλλα 30. Έτσι, ακόμη και με μικρά ποσά, ένα παιδί μπορεί στα 18 του να έχει αποκτήσει ένα δικό του κεφάλαιο.
Το ζητούμενο; Κανένα παιδί να μην ξεκινήσει από το μηδέν. Και εδώ, επιτρέψτε μου να προσθέσω: αυτή η επιλογή εντάσσεται σε μια πολύ μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση. Την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, την προσπάθεια να συνδέσουμε καλύτερα τις μεγάλες αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων με τις επενδύσεις που χρειάζεται η ευρωπαϊκή οικονομία για να μπορέσει ταυτόχρονα να αναπτυχθεί.
Αυτό, δηλαδή, θέλουμε να κάνουμε και εδώ.
Από τη μια, μιλάμε για αλλαγή κουλτούρας, καλλιέργεια κουλτούρας αποταμίευσης, από την άλλη, να μετατρέψουμε, αν είναι δυνατόν, το μεγαλύτερο μέρος της αποταμίευσης αυτής σε επένδυση, σε κεφάλαιο που θα χρηματοδοτεί την ανάπτυξη, τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις νέες θέσεις εργασίας. Και φυσικά, όπως είπα, να ξαναβρούμε ενδεχομένως το νήμα αυτής της κουλτούρας που υπήρχε και παλιότερα, της κουλτούρας της αποταμίευσης. Ένα παιδί που θα μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι ένα μέρος του εισοδήματος μπορεί να αποταμιεύεται, να επενδύεται και να δημιουργεί αξία για το μέλλον, ξεκινά αλλιώς.
Πάμε να δούμε τώρα τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Με τις μέγιστες καταβολές, σε 18 χρόνια θα έχουν τοποθετηθεί 49.304 ευρώ, τα μισά θα τα έχει καταβάλει η πολιτεία. Έχουμε πιθανές αποδόσεις. Με 3% απόδοση, το ποσό αυτό μπορεί να φτάσει στις 64.000 ευρώ, αλλά υπάρχει και η πιθανότητα απόδοσης 5%, 7% δηλαδή, το ποσό μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο.
Και εδώ είμαστε σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, για να μπορούν να δοθούν επιλογές στους γονείς, αυτή θα είναι η σύλληψη, να μπορεί ο κάθε γονιός να διαλέγει ένα προφίλ για τον συγκεκριμένο λογαριασμό και αναλόγως να πράττει. Το ποσό είναι σημαντικό.
Θυμάμαι από παλιά πώς συζητούσαμε για να μπορεί η κουλτούρα του εφ’ άπαξ να υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ποσό στο τέλος του επαγγελματικού βίου, να έρθει στην εκκίνηση του βίου για κάθε παιδί. Αυτό ερχόμαστε να νομοθετήσουμε και να θεσμοθετήσουμε.
Αλλά στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι εδώ η ιδέα. Να περάσουμε από μια πολιτική που αφορά επιδόματα, που αφορά φορολογικές ελαφρύνσεις, να προσθέσουμε σε αυτό το παζλ και μια πολιτική η οποία δημιουργεί αποταμίευση, περιουσία, επενδυτική κουλτούρα, ένα πρώτο κεφάλαιο ζωής. Στα 18 του χρόνια, ένας νέος άνθρωπος να έχει περισσότερες επιλογές: να σπουδάσει, να κάνει το πρώτο βήμα για το σπίτι του, να επενδύσει στη δική του ιδέα, να έχει το πρώτο του κεφάλαιο ελευθερίας.
Και εδώ επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε, γιατί, εν τέλει, όλα αυτά συνδέονται. Για πολλά χρόνια, η Ελλάδα επιβάρυνε το μέλλον των επόμενων γενεών. Αυτό που κάνουμε σήμερα είναι το ανάποδο. Μειώνουμε το χρέος που τους αφήνουμε και αυξάνουμε τις δυνατότητες που τους δίνουμε. Αυτό είναι τελικά, το νήμα που συνδέει όλη την πολιτική μας. Κλείνουμε λογαριασμούς του χθες, δίνουμε περισσότερη δύναμη στο σήμερα και ανοίγουμε περισσότερους δρόμους για το αύριο. Αυτή είναι η συμφωνία προόδου και ευημερίας με τους πολίτες και αυτήν θα υπηρετήσουμε».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα