Μοριακή τυποποίηση, καλύτερη αντιστοίχιση του αίματος, οργανωμένες ομάδες αιμοδοτών και φαρμακευτικές επιλογές είναι σήμερα διαθέσιμες για την πρόληψη και αντιμετώπιση της αλλοανοσοποίησης, μιας επιπλοκής που μπορεί να εμφανίσουν ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε συχνές μεταγγίσεις, όταν ο οργανισμός τους αναπτύσσει αντισώματα εναντίον αντιγόνων των ερυθρών αιμοσφαιρίων που λαμβάνουν.
Τα παραπάνω ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αιματολόγος Δέσποινα Παντελίδου, διευθύντρια ΕΣΥ στη Μονάδα Θαλασσαιμίας και Δρεπανοκυτταρικής Νόσου του ΑΧΕΠΑ, με αφορμή την ομιλία της με θέμα «Ανοσοαιμολυτικές επιπλοκές στις αιμοσφαιρινοπάθειες» στην Πανελλήνια Συνάντηση για τη Θαλασσαιμία και τη Δρεπανοκυτταρική Νόσο, που διοργανώνει ο Ελληνικός Σύλλογος Θαλασσαιμίας και διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη.
Όπως εξήγησε η κ. Παντελίδου, για τον περιορισμό του κινδύνου, οι πολυμεταγγιζόμενοι ασθενείς που έχουν μεσογειακή αναιμία ή δρεπανοκυτταρική νόσο λαμβάνουν αίμα που όχι μόνο είναι συμβατό ως προς την ομάδα, αλλά αντιστοιχεί όσο το δυνατόν περισσότερο και σε άλλα χαρακτηριστικά του αίματός τους.
«Φροντίζουμε οι ασθενείς που είναι πολυμεταγγιζόμενοι να παίρνουν αίμα της ίδιας ομάδας και του ίδιου φαινότυπου Rhesus. Φροντίζουμε, δηλαδή, πάρα πολλά στοιχεία του αίματός τους, όχι μόνο τη μονάδα αίματος, αλλά τα περισσότερα χαρακτηριστικά του αίματός τους να είναι ίδια. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είναι πολυμεταγγιζόμενοι και επειδή μεταγγίζονται με πάρα πολλές μονάδες, υπάρχει περίπτωση να αναπτύξουν κάποια αντισώματα. Αυτά τα αντισώματα είναι κάποιες πρωτεΐνες, οι οποίες ουσιαστικά, όταν σε επόμενη φάση χορηγηθεί αίμα που έχει αυτά τα αντιγόνα, προκαλούν την ευκολότερη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Επειδή κάθε άνθρωπος έχει αρκετά περίπλοκα χαρακτηριστικά, για να αποφύγουμε αυτού του είδους τα προβλήματα, προσπαθούμε, αν το καταφέρουμε, να δίνουμε στους ασθενείς μας αίμα από συγκεκριμένους αιμοδότες», προσέθεσε η κ. Παντελίδου.
«Η ευαισθητοποίηση των εθελοντών αιμοδοτών επιτρέπει σε αρκετές περιπτώσεις να προσφέρουν αίμα για συγκεκριμένους ασθενείς με αιμοσφαιρινοπάθειες, όπως η μεσογειακή αναιμία», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι ένας ασθενής που χρειάζεται περίπου τέσσερις μονάδες αίματος τον μήνα μπορεί να χρειάζεται μια ομάδα περίπου 12 αιμοδοτών, καθώς κάθε αιμοδότης δεν μπορεί να προσφέρει αίμα σε μηνιαία βάση.
Παράλληλα, ανέφερε ότι στη Θεσσαλονίκη έχει αναπτυχθεί εδώ και περίπου 30 χρόνια η πρακτική δημιουργίας οργανωμένων ομάδων αιμοδοτών για συγκεκριμένους ασθενείς και εφαρμόζεται στους πολυμεταγγιζόμενους ασθενείς των νοσοκομείων Ιπποκρατείου και ΑΧΕΠΑ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με την κ. Παντελίδου, η συνεργασία μεταξύ των αιμοδοσιών σε όλη τη χώρα, όταν πρόκειται για ασθενείς με σπάνιους φαινότυπους, για τους οποίους η εξεύρεση συμβατού αίματος είναι δύσκολη. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να κινητοποιηθούν αιμοδοσίες από ολόκληρη την Ελλάδα, προκειμένου να εντοπιστεί ο κατάλληλος αιμοδότης.
Σημαντικό βήμα στην πρόληψη αποτελεί πλέον και η μοριακή τυποποίηση των ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες. Σύμφωνα με την κ. Παντελίδου, οι ασθενείς σε όλη την Ελλάδα είναι πλέον μοριακά τυποποιημένοι, γεγονός που επιτρέπει την ακριβέστερη αναγνώριση των αντιγόνων και την καλύτερη επιλογή αίματος για τις μεταγγίσεις τους.
«Όλοι οι ασθενείς με αιμοσφαιρινοπάθειες, σε όλη την Ελλάδα πλέον είναι μοριακά τυποποιημένοι. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε πλέον όχι με απλές μεθόδους, αλλά με μοριακή μέθοδο τα αντιγόνα εναντίον των οποίων εμφανίζονται αντισώματα. Έτσι μπορούμε να είμαστε πιο πιστοί και πιο σωστοί όταν κάνουμε την επιλογή αίματος που θα τους μεταγγίσουμε. Αυτό είναι το πρώτο κομμάτι της πρόληψης. Το δεύτερο κομμάτι της πρόληψης είναι ότι έχουν βρεθεί φάρμακα τα οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σε περίπτωση που θα εμφανιστούν βαριές αιμολύσεις. Αυτά τα φάρμακα μπλοκάρουν κάποιους μηχανισμούς καταστροφής του αίματος και μπορούμε να τα χορηγήσουμε είτε προφυλακτικά είτε θεραπευτικά».
Τι είναι η αλλοανοσοποίηση
Η αλλοανοσοποίηση εκδηλώνεται όταν ο οργανισμός ενός πολυμεταγγιζόμενου ασθενή με αιμοσφαιρινοπάθεια ( μεσογειακή αναιμία ή δρεπανοκυτταρική νόσο) αναπτύσσει αντισώματα έναντι αντιγόνων που υπάρχουν στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος που λαμβάνει. Ακόμη και όταν το αίμα ανήκει στην ίδια ομάδα, μπορεί να υπάρχουν διαφορές σε άλλα χαρακτηριστικά του αίματος, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να αναπτύξει αντισώματα.
Τα αντισώματα αυτά μπορούν, σε επόμενη μετάγγιση, να προκαλέσουν την καταστροφή των μεταγγιζόμενων ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να ενεργοποιηθεί μηχανισμός που οδηγεί και στην καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων του ίδιου του ασθενή, προκαλώντας βαριά αιμολυτική αναιμία. Σπάνια, μια τέτοια αντίδραση μπορεί να έχει ακόμη και θανατηφόρα έκβαση.
Όπως επισήμανε η κ. Παντελίδου, τα προβλήματα της αλλοανοσοποίησης διαφέρουν ανάλογα και με την κατηγορία των ασθενών. Οι ασθενείς με μεσογειακή αναιμία, οι οποίοι μεταγγίζονται από πολύ μικρή ηλικία, παρουσιάζουν διαφορετικό προφίλ αλλοανοσοποίησης από τους ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία.
«Έχει εξελιχθεί τόσο πολύ η πρόληψη αλλά και η αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων, καθώς επίσης και η ευαισθητοποίηση των γιατρών για αυτά τα θέματα, που έχουμε αρκετά αισιόδοξα μηνύματα για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, που στο παρελθόν ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά και επικίνδυνα», ανέφερε η κ. Παντελίδου.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα