Μια απλή εξέταση αίματος ίσως αποτελέσει στο μέλλον ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία για την έγκαιρη πρόβλεψη της νόσου Αλτσχάιμερ, δίνοντας στους γιατρούς και στους ασθενείς πολύτιμο χρόνο για παρέμβαση. Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον στο Σεντ Λούις ανέπτυξαν ένα νέο μοντέλο που, βασιζόμενο σε έναν συγκεκριμένο βιοδείκτη στο αίμα, μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια τριών έως τεσσάρων ετών πότε είναι πιθανό να ξεκινήσουν τα πρώτα συμπτώματα της νόσου. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine.
Ο ρόλος της πρωτεΐνης p‑tau217
Η έρευνα επικεντρώθηκε στην πρωτεΐνη p‑tau217, έναν βιοδείκτη που αντανακλά τη συσσώρευση αμυλοειδούς και tau στον εγκέφαλο – δύο βασικά χαρακτηριστικά της νόσου Αλτσχάιμερ. Σήμερα, η μέτρηση της p‑tau217 χρησιμοποιείται κυρίως για τη διάγνωση ατόμων που ήδη εμφανίζουν γνωστική εξασθένηση. Η νέα μελέτη, όμως, δείχνει ότι η ίδια εξέταση μπορεί να λειτουργήσει και προγνωστικά, ακόμη και σε ασυμπτωματικούς ανθρώπους.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 603 ηλικιωμένους που συμμετείχαν σε μακροχρόνιες μελέτες παρακολούθησης, ώστε να υπολογίσουν πόσος χρόνος μεσολαβεί από την αύξηση του βιοδείκτη έως την εμφάνιση συμπτωμάτων. Όπως εξηγεί η επικεφαλής της μελέτης, Δρ. Suzanne Schindler, η χρήση εξετάσεων αίματος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, καθώς είναι πολύ πιο οικονομικές και προσβάσιμες από τις απεικονιστικές εξετάσεις ή τις εξετάσεις εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Η ηλικία ως καθοριστικός παράγοντας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η ηλικία επηρεάζει σημαντικά τον χρόνο εκδήλωσης των συμπτωμάτων.
-
Όταν η αύξηση της p‑tau217 εμφανιζόταν γύρω στα 60, τα συμπτώματα εκδηλώνονταν κατά μέσο όρο 20 χρόνια αργότερα.
-
Αντίθετα, όταν η αύξηση καταγραφόταν στα 80, τα συμπτώματα εμφανίζονταν περίπου 11 χρόνια μετά.
Σύμφωνα με τον πρώτο συγγραφέα της μελέτης, Kellen Petersen, η συσσώρευση των παθολογικών πρωτεϊνών μοιάζει με τους «δακτυλίους ενός δέντρου»: η ηλικία στην οποία αρχίζει η συσσώρευση προβλέπει με ακρίβεια το πότε θα εκδηλωθούν τα συμπτώματα.
Προοπτικές για πιο στοχευμένες κλινικές δοκιμές
Το μοντέλο έδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με διαφορετικές τεχνολογίες μέτρησης της p‑tau217, γεγονός που ενισχύει τη δυνατότητα ευρείας εφαρμογής του. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στο άμεσο μέλλον θα βοηθήσει σημαντικά στον σχεδιασμό κλινικών δοκιμών, εντοπίζοντας άτομα που βρίσκονται πιο κοντά στην εμφάνιση συμπτωμάτων.
Μελλοντικά, η συνδυαστική χρήση της p‑tau217 με άλλους βιοδείκτες θα μπορούσε να αυξήσει ακόμη περισσότερο την ακρίβεια των προβλέψεων, ανοίγοντας τον δρόμο για εξατομικευμένη πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση.
Συμπέρασμα
Αν και απαιτούνται επιπλέον μελέτες πριν η εξέταση ενταχθεί στην καθημερινή κλινική πρακτική, τα ευρήματα δείχνουν ότι μια απλή αιματολογική ανάλυση μπορεί να εξελιχθεί σε ένα «ρολόι» που μετρά αντίστροφα την εμφάνιση των συμπτωμάτων της νόσου Αλτσχάιμερ, προσφέροντας νέες δυνατότητες πρόληψης και καλύτερης ποιότητας ζωής για τους ασθενείς.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


