Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται πλέον ως νόσος και η διάγνωσή της δεν περιορίζεται στον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ενώ η μεγάλη πρόκληση στη θεραπευτική αντιμετώπισή της είναι όχι μόνο η επίτευξη απώλειας βάρους αλλά κυρίως η μακροχρόνια διατήρησή της, επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ειδικός παθολόγος-διαβητολόγος Δημήτριος Σκούτας, με αφορμή την ομιλία του με θέμα «Παχυσαρκία και τιρζεπατίδη: από την αναγνώριση του κινδύνου μέχρι τη διατήρηση του θεραπευτικού οφέλους» στο συνέδριο Pharmapoint 2026 .
Όπως εξηγεί, τα τελευταία χρόνια έχει διευρυνθεί το πλαίσιο αξιολόγησης της παχυσαρκίας, καθώς πέρα από τον Δείκτη Μάζας Σώματος χρησιμοποιούνται και άλλοι σωματομετρικοί δείκτες, όπως η περίμετρος μέσης, ο λόγος μέσης-ισχίων και ο λόγος μέσης-ύψους, οι οποίοι δίνουν καλύτερη εικόνα για την κατανομή του λίπους στον οργανισμό. Πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως η DEXA και η μαγνητική τομογραφία, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν, αλλά δεν είναι απαραίτητες στην καθημερινή κλινική πράξη και αφορούν κυρίως την έρευνα.
«Η τάση σαφέστατα είναι αυξητική» σε ό,τι αφορά την παχυσαρκία, αναφέρει ο κ. Σκούτας, υπογραμμίζοντας ότι το βασικό θεραπευτικό ζητούμενο είναι διπλό: «Πετυχαίνω τον στόχο μου και πώς μπορώ να τον κρατήσω;». Η διατήρηση της απώλειας βάρους αποτελεί, όπως λέει, και το βασικό ερώτημα των ίδιων των ασθενών.
Η τιρζεπατίδη και η απώλεια βάρους
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην τιρζεπατίδη, έναν διπλό αγωνιστή των υποδοχέων GLP-1 και GIP. Όπως εξηγεί, η δράση της συνδέεται μεταξύ άλλων με την πρόκληση αισθήματος κορεσμού και την επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης, ενώ έχει πολλαπλές δράσεις στον λιπώδη ιστό.
Η τιρζεπατίδη αναπτύχθηκε αρχικά για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη, όμως διαπιστώθηκε και σημαντική επίδρασή της στη μείωση του σωματικού βάρους. Σύμφωνα με τον κ. Σκούτα, μελέτες έχουν δείξει μεγάλη απώλεια βάρους, αλλά και διατήρηση του θεραπευτικού οφέλους, καθώς και βελτίωση καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως η αρτηριακή πίεση, τα λιπίδια, η επιστροφή στην νορμογλυκαιμία και η περίμετρος μέσης.
Η θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε άτομα με παχυσαρκία, αλλά και σε υπέρβαρους με συννοσηρότητες, όπως υπέρταση ,δυσλιπιδαιμία, αποφρακτική υπνική άπνοια, καρδιαγγειακά προβλήματα ή προδιαβήτη και σακχαρώδη διαβήτη, με στόχο τη μείωση του συνολικού επιπρόσθετου κινδύνου.
Πότε αξιολογείται η ανταπόκριση
Σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα της φαρμακευτικής αγωγής, ο κ. Σκούτας αναφέρει ότι στους τρεις έως έξι μήνες αναμένεται να έχει επιτευχθεί απώλεια περίπου 5%-10% του σωματικού βάρους, προκειμένου να αξιολογηθεί εάν ο ασθενής ανταποκρίνεται στη θεραπεία. Όπως επισημαίνει, υπάρχουν και ασθενείς που δεν απαντούν επαρκώς στη θεραπεία.
Ωστόσο, η επίτευξη του επιθυμητού βάρους δεν σημαίνει και διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. «Πρέπει να συνεχιστεί η φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να διατηρηθούν τα οφέλη που έχουν επιτευχθεί από την απώλεια σωματικού βάρους με συνέπεια τη βελτίωση καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου» τονίζει ο κ. Σκούτας.
Οι διαθέσιμες φαρμακευτικές επιλογές
Σήμερα, όπως αναφέρει ο κ.Σκούτας, υπάρχουν τέσσερις φαρμακευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας: η τιρζεπατίδη, η σεμαγλουτίδη, η λιραγλουτίδη και ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης.
Τα τρία πρώτα χορηγούνται με ένεση, ενώ ο συνδυασμός ναλτρεξόνης/βουπροπιόνης χορηγείται σε μορφή δισκίων. Η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη χορηγούνται μία φορά την εβδομάδα, ενώ η λιραγλουτίδη χορηγείται καθημερινά.
Χωρίς αποζημίωση και με κόστος περίπου 250 ευρώ τον μήνα
Σε ό,τι αφορά το κόστος, ο κ. Σκούτας αναφέρει ότι ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 250 ευρώ τον μήνα, ενώ σημειώνει ότι οι συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές δεν αποζημιώνονται σήμερα από τα ασφαλιστικά ταμεία. Όπως εξηγεί, στο παρελθόν υπήρχε δυνατότητα κάλυψης συγκεκριμένων περιπτώσεων, ενώ το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» κάλυψε ορισμένες ανάγκες. Σήμερα, ωστόσο, δεν υπάρχει αντίστοιχη αποζημίωση για τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Στο παρελθόν, άλλωστε, είχε δοθεί δυνατότητα αποζημίωσης της λιραγλουτίδης σε ασθενείς με κλινική παχυσαρκία και σοβαρές συννοσηρότητες, όπως υπνική άπνοια, καρδιαγγειακά νοσήματα και αρθρίτιδα, μέσω εξειδικευμένων κέντρων.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
