Η όσφρηση αποτελεί μία από τις ισχυρότερες ανθρώπινες αισθήσεις, ικανή να μας προειδοποιεί για κινδύνους, να επηρεάζει τη συμπεριφορά μας και να ανασύρει έντονα συναισθήματα και αναμνήσεις.
Η ιδιαίτερη αυτή σχέση της με τη μνήμη οφείλεται στον οσφρητικό βολβό, ο οποίος βρίσκεται κοντά στη μύτη και μεταβιβάζει απευθείας τα σήματα των οσμών σε εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με το συναίσθημα.
Παρά τη σημασία της, παραμένει η λιγότερο μελετημένη αίσθηση και συχνά υποτιμάται, μέχρι τη στιγμή που θα διαταραχθεί.
Ωστόσο, η Jannette Rodríguez Pallares, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ανθρώμινης Ανατομίας και Εμβρυολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, εξηγεί σε άρθρο της στο The Conversation ότι η απώλεια της όσφρησης είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό σύμπτωμα, καθώς μπορεί να αποτελέσει πρώιμο προειδοποιητικό σημάδι για σοβαρές νευροεκφυλιστικές ασθένειες.
Οι αλλοιώσεις των οσμών και η σύνδεση με τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα
Η διαταραχή της όσφρησης έγινε ευρύτερα γνωστή κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, όπως συνέβη στην περίπτωση του Ιταλού γευσιγνώστη Michele Crippa.
Αν και ανέκτησε την αίσθηση μετά από λίγες εβδομάδες, οι οσμές του είχαν αλλοιωθεί πλήρως, με τα πορτοκάλια να του μυρίζουν σαν καμένο πλαστικό και τη βανίλια να του προκαλεί δυσφορία, λόγω βλάβης στους νευρώνες του οσφρητικού βολβού.
Ενώ η απώλεια όσφρησης από ένα κρυολόγημα θεωρείται αθώα, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι στα νευροεκφυλιστικά νοσήματα, όπως η νόσος Πάρκινσον και η νόσος Αλτσχάιμερ, η διαταραχή αυτή εμφανίζεται αρκετά χρόνια πριν από τα κλασικά συμπτώματα.
Αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο, καθώς στις παθήσεις αυτές η βλάβη είναι ήδη πολύ προχωρημένη όταν γίνεται η διάγνωση. Στο Πάρκινσον, για παράδειγμα, όταν εμφανίζεται ο τρόμος ή η δυσκαμψία, έχει ήδη χαθεί περισσότερο από το 50% των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη.
Επειδή όμως η απώλεια όσφρησης μπορεί να οφείλεται και στη γήρανση ή το άγχος, οι άνθρωποι τείνουν να υποβαθμίζουν τη σημασία της.
Η παθολογική διαδικασία και η οσφρητική «υπογραφή»
Αν και οι ερευνητές δεν έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα, μια επικρατούσα θεωρία αναφέρει ότι στη νόσο Πάρκινσον η παθολογική διαδικασία ξεκινά από τον οσφρητικό βολβό (πιθανώς λόγω εισπνοής ιών, φυτοφαρμάκων ή τοξινών) και εξαπλώνεται αργότερα στις περιοχές της κίνησης.
Αντίστοιχα, στο Αλτσχάιμερ οι πρώτες βλάβες φαίνεται να εντοπίζονται στον υπομέλανα τόπο του εγκεφαλικού στελέχους, ο οποίος συνδέει τις οσμές με τα συναισθήματα. Επομένως, η απώλεια όσφρησης λειτουργεί ως καμπανάκι ότι η εκφυλιστική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.
Στη νόσο Πάρκινσον, η απώλεια αυτή παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ιδιαιτερότητα, καθώς οι ασθενείς αναγνωρίζουν τις ευχάριστες μυρωδιές, όπως η σοκολάτα, αλλά δυσκολεύονται στις ουδέτερες ή δυσάρεστες, όπως ο καπνός και το σαπούνι. Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν ακόμη και οσφρητικές ψευδαισθήσεις, μυρίζοντας πράγματα που δεν υπάρχουν.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η νόσος φαίνεται να έχει τη δική της οσφρητική «υπογραφή».
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Σκωτσέζας Joy Milne, η οποία χάρη στην εξαιρετικά ανεπτυγμένη όσφρησή της, εντόπισε μια ιδιαίτερη ξυλώδη και μοσχώδη οσμή στον σύζυγό της 12 ολόκληρα χρόνια πριν εκείνος διαγνωστεί επίσημα με Πάρκινσον.
Η όσφρηση, επομένως, αποτελεί ένα πολύτιμο επιστημονικό εργαλείο για το μέλλον, επιτρέποντας στους ερευνητές να αποκρυπτογραφήσουν έγκαιρα τα μυστικά του εγκεφάλου και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


