Με ένα άκρως συγκινητικό και εξομολογητικό γράμμα, η Ιωάννα Άντζα αποχαιρέτησε τον πατέρα της, Παρασκευά Άντζα, ο οποίος έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 50 ετών, έπειτα από μάχη με τη νόσο ALS. Στο μήνυμά της, η κόρη του εκλιπόντος επιθυμεί να αναδείξει τον πραγματικό άνθρωπο πίσω από τη δημόσια εικόνα του, μιλώντας για έναν βαθιά ταπεινό οικογενειάρχη που αγαπούσε αθόρυβα και προσέφερε χωρίς ανταλλάγματα.
Η Ιωάννα Άντζα ξεκαθαρίζει ότι ο πατέρας της δεν υπέφερε για χρόνια, αλλά έδωσε έναν σύντομο και σκληρό αγώνα διάρκειας περίπου εννέα μηνών με την ασθένεια του κινητικού νευρώνα. Η ασθένεια εκδηλώθηκε αρχικά με αδυναμία και μούδιασμα στα χέρια, για να εξελιχθεί σταδιακά σε παράλυση, δυσκολία στην ομιλία και την κατάποση, με αποτέλεσμα να κριθεί απαραίτητη η εικοσιτετράωρη μηχανική υποστήριξη οξυγόνου. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας, η σύζυγός του και η ίδια στάθηκαν αδιάκοπα στο πλευρό του, ενώ κοντά του βρέθηκαν με τον δικό τους τρόπο και οι δύο γιοι του, Παναγιώτης και Κωνσταντίνος, οι οποίοι είχαν περιορισμούς λόγω στρατιωτικών και επαγγελματικών υποχρεώσεων αντίστοιχα.
Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, ο Παρασκευάς Άντζας διατήρησε το χιούμορ και την τρυφερότητά του, αποφεύγοντας τα παράπονα και νοιαζόμενος πρωτίστως για την ψυχολογική κατάσταση της οικογένειάς του. Η κόρη του περιγράφει με συγκίνηση την τελευταία τους επικοινωνία στην εντατική, όπου ο πατέρας τους προσπάθησε να αντιδράσει στην παρουσία των τριών παιδιών του, λίγο πριν ο μεγάλος του γιος τον προτρέψει να αφήσει την καρδιά του να ξεκουραστεί. Κλείνοντας, η Ιωάννα Άντζα υπογραμμίζει ότι ο πατέρας της πληγώθηκε αρκετές φορές από ανθρώπους που εμπιστευόταν, όμως δεν κράτησε ποτέ κακία, αφήνοντας στα παιδιά του ως παρακαταθήκη την αξιοπρέπεια και την απουσία μίσους.
Αναλυτικά όσα γράφει η κόρη του Παρασκευά Άντζα:
«Τα λόγια που ακολουθούν δεν γράφονται από κάποιον που απλώς γνώρισε τον πατέρα μου. Τα γράφω εγώ, η κόρη του∙ το παιδί που τον έζησε καθημερινά, που στάθηκε δίπλα του μέχρι την τελευταία στιγμή και που γνώρισε τον πραγματικό άνθρωπο πίσω από όσα ίσως άκουσε ο κόσμος κατά καιρούς. Δεν γράφω για κανέναν άλλο. Μιλάω μόνο μέσα από τα δικά μου μάτια, μέσα από την οικογένειά μας και μέσα από όσα ζήσαμε εμείς καθημερινά δίπλα του.
Ο πατέρας μου ήταν ένας βαθιά ταπεινός άνθρωπος. Δεν ήθελε ποτέ να ασχολούμαστε με σχόλια και γνώμες τρίτων. «Εμείς ξέρουμε την αλήθεια μας», έλεγε πάντα. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω για εκείνον, γιατί θεωρώ άδικο να μη φανεί η πραγματική του πλευρά: η πλευρά του ανθρώπου που αγαπούσε αθόρυβα, βοηθούσε χωρίς αντάλλαγμα και ζούσε μόνο για την οικογένειά του. Αγαπούσε βαθιά τη μητέρα μου και το έλεγε μέχρι και τον τελευταίο καιρό της ζωής του. Αν ο πατέρας μου έδωσε τη δική του μάχη με αξιοπρέπεια, η μητέρα μου στάθηκε στο πλευρό του ακούραστα και με αγάπη μέχρι την τελευταία στιγμή. Μαζί πέρασαν πολλά και το μεγαλύτερο δώρο τους ήταν τα παιδιά τους. Ο μπαμπάς μου μάς έλεγε πάντα πως «μόνο εσάς έχω στη ζωή μου» και όλη του η ύπαρξη το αποδείκνυε καθημερινά.
Τον τελευταίο χρόνο έδωσε μια πολύ δύσκολη μάχη με μια ασθένεια του κινητικού νευρώνα, η οποία εξελίχθηκε γρήγορα και σκληρά. Δεν υπέφερε για χρόνια, όπως ίσως ακούστηκε, αλλά για περίπου εννιά μήνες. Η ασθένεια ξεκίνησε ύπουλα, με αδυναμία και μούδιασμα στα χέρια, δυσκολία στις κινήσεις και στιγμές που τα πόδια του τον εγκατέλειπαν ξαφνικά. Κανενός ανθρώπου ο νους δεν θα πήγαινε σε κάτι τόσο βαρύ. Από την πρώτη στιγμή ήμασταν δίπλα του εγώ και η μητέρα μου, «τα δύο κορίτσια του», όπως μας αποκαλούσε.
Μαζί του στάθηκαν φυσικά και τα άλλα δύο του παιδιά, ο μεγάλος και ο μικρός μου αδελφός, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και τη δική του δύναμη. Ο Παναγιώτης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και ο Κωνσταντίνος εργαζόταν στην πόλη όπου ζούσε, γι’ αυτό δεν ήταν δυνατή η εικοσιτετράωρη επαφή όπως αυτήν που είχα εγώ και η μητέρα μου. Ζούσαμε καθημερινά μαζί του αυτόν τον αγώνα.
Σταδιακά άρχισε να παραλύει, δυσκολευόταν να μιλήσει και αργότερα να καταπιεί, μέχρι που χρειάστηκε μηχανική υποστήριξη οξυγόνου όλο το εικοσιτετράωρο. Πέρασε πολλά μέσα σε λίγους μήνες. Κι όμως, παρά τον πόνο και τις δυσκολίες που βίωνε καθημερινά, δεν τον άκουσα ποτέ να παραπονιέται. Μόνο μια φορά θυμάμαι να μου λέει χαμηλόφωνα: «κουράστηκα.. δεν μπορώ άλλο έτσι». (Καταβαθος όμως ήλπιζε, κι ας ήξερε..). Την πρώτη φορά που μπήκε στο νοσοκομείο και ξεκίνησε το θέμα με το οξυγόνο, είπε στη μητέρα μου: «Θα φύγω… δεν θέλω να κλαις, θέλω να γελάς». Αυτή ήταν η δύναμη και η ψυχή του. Ακόμα και μπροστά στον δικό του πόνο, νοιαζόταν περισσότερο για τους ανθρώπους που αγαπούσε. Δεν έχασε ποτέ το χιούμορ και την τρυφερότητά του, ούτε όταν ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι. Ακόμα και τότε, έβρισκε τρόπο να μας κάνει να γελάμε.
Για εμένα ήταν και θα είναι ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσα να έχω. Η αγάπη του για εμάς φάνηκε μέχρι και τις τελευταίες του στιγμές. Όταν βρισκόταν στην εντατική, σε καταστολή, μπήκαμε να τον δούμε οι τρεις μας, τα τρία του παιδιά. Με το που πατήσαμε το πόδι μας, μας αισθάνθηκε, προσπαθούσε να ανοίξει τα μάτια του για να μας κοιτάξει, ανοιγόκλεινε το στόμα του, μας έκανε μορφασμούς για να επικοινωνήσει μαζί μας. Αυτή ήταν η τελευταία μας επικοινωνία. Μία μέρα πριν φύγει από τη ζωή, ο μεγάλος μου αδελφός του είπε: «Μπαμπά, οι γιατροί λένε ότι έχεις γερή καρδιά. Ήρθε η ώρα να την αφήσεις να ξεκουραστεί».
Και την επόμενη μέρα μάθαμε τα δυσάρεστα.
Ο πατέρας μου πάλεψε όσο λίγοι. Πάλεψε γιατί αγαπούσε τα παιδιά του και δεν μπορούσε να μας αποχωριστεί. Πληγώθηκε πολλές φορές στη ζωή του από ανθρώπους που θεωρούσε δικούς του, όμως ποτέ δεν κράτησε κακία. Μας έμαθε να ζούμε με αξιοπρέπεια, ηρεμία και χωρίς μίσος.
Η απουσία του είναι αβάσταχτη. Κι όμως, μέσα στον πόνο μου, νιώθω μια μικρή ανακούφιση γιατί η ψυχή του επιτέλους ξεκουράστηκε. Και ένα τελευταίο πράγμα που του έλεγα συχνά στο νοσοκομείο: «Είσαι η ζωή μου μπαμπά. Κι αν χρειαστεί να τη ζήσω με μισή καρδιά, θα τη συνεχίσω για σένα». Ο κόσμος γνώριζε το όνομα του. Εμείς γνωρίζαμε την καρδιά του».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


