Σε πρωτοφανή διπλωματική κρίση οδηγήθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Ισραήλ, στον απόηχο των ανακοινώσεων του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ. Το Λονδίνο επέβαλε πλήρη απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων από τους παράνομους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, ενώ υιοθέτησε επισήμως τη θέση ότι η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών είναι παράνομη στο σύνολό της.
Παράλληλα, ο Εντ Μίλιμπαντ προέβη σε βαρύτατες αναφορές, κατηγορώντας εξτρεμιστές εποίκους για «εθνοκάθαρση» Παλαιστινίων με την ανοχή της ισραηλινής κυβέρνησης.
Η αντίδραση του Τελ Αβίβ υπήρξε άμεση και οργισμένη. Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ κατηγόρησε τη βρετανική κυβέρνηση για «εξωφρενικά ψέματα» και συστηματικά εχθρική στάση, ανακοινώνοντας αυστηρά αντίποινα:
-
Κλείσιμο του βρετανικού Γενικού Προξενείου στην Ιερουσαλήμ: Η κίνηση αυτή πλήττει απευθείας τη διπλωματική παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.
-
Ταξιδιωτική απαγόρευση σε 12 Βρετανούς πολιτικούς: Μεταξύ των προσώπων στα οποία απαγορεύθηκε η είσοδος στο Ισραήλ περιλαμβάνονται ο πρώην ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, καθώς και οι Τζον ΜακΝτόνελ, Νταϊάν Άμποτ και Σίαν Μπέρι.
-
Τερματισμός συνεργασίας: Αναστολή των βρετανικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τις παλαιστινιακές δυνάμεις ασφαλείας και απομάκρυνση των Βρετανών αντιπροσώπων από το διεθνές κέντρο υποστήριξης της Γάζας.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η βρετανική πλευρά ενημερώθηκε για τα μέτρα κατά τη διάρκεια των δημόσιων ανακοινώσεων του Σάαρ, περιγράφοντας την εξέλιξη ως τη σκληρότερη δυνατή επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης, η οποία οδηγεί τις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα