Με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα και διεθνώς γύρω από το θέμα των βιοκαυσίμων, ο κ. Νίκος Δαναλάτος, καθηγητής Γεωργίας και Οικολογίας Φυτών, Διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωργίας και Εφαρμοσμένης Φυσιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καταθέτει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων τις δικές του επιστημονικές απόψεις.
«Επειδή λοιπόν το θέμα είναι μεγάλο και πολύπτυχο, ας επιχειρήσουμε να βάλουμε μερικά πράγματα στη θέση τους», τονίζει ο κ. Δαναλάτος, και «φυσικά ας συμφωνήσουμε στο βασικό δόγμα ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι μονόδρομος στην Ελλάδα και παγκοσμίως στον 21ο αιώνα».
«Στο ερώτημα όμως ποιές είναι οι κυριότερες ΑΠΕ, είμαι σίγουρος ότι ο μέσος Έλληνας θα απαντήσει ότι είναι τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες. Αυτό είναι μύθος», σύμφωνα με τον ίδιο. Στην Ευρώπη τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες καταλαμβάνουν ποσοστά μόλις 13% και 17% των ΑΠΕ, αντίστοιχα. Η αλήθεια είναι ότι τη μερίδα του λέοντος στις ΑΠΕ κατέχει η βιομάζα με 50% των ΑΠΕ, ενώ σημαντικό ποσοστό καταλαμβάνει και η υδρο-ηλεκτρική ενέργεια (12%).
Ας δούμε τώρα τι είναι η βιομάζα. Η βιομάζα αποτελεί, τονίζει ο καθηγητής, «οποιαδήποτε οργανικής προέλευσης πρώτη ύλη για την παραγωγή στερεού, υγρού ή αερίου βιο-καυσίμου. Έτσι λοιπόν ως βιομάζα νοούνται τα υπολείμματα των αστικών και γεωργικών βιομηχανιών ή τα υπολείμματα των καλλιεργειών (π.χ. άχυρο, βαμβακόβεργες, πριονίδι, ελαιοπυρήνας, αστικά και γεωργικά λύματα, κοκ), και τα προϊόντα των ενεργειακών καλλιεργειών (π.χ. βιομάζα από αγριαγκινάρας, ινώδες σόργο, μίσχανθο, σπέρματα από ηλίανθο ή ελαιοκράμβη, στελέχη κενάφ ή γλυκού σόργου, κοκ)».
Στην Ευρώπη σήμερα περίπου το 74% της βιομάζας προέρχεται από υπολείμματα ξυλείας και από ενεργειακές καλλιέργειες και χρησιμοποιείται για την παραγωγή στερεών και υγρών βιοκαυσίμων, ενώ το 26% προέρχεται από οργανικά απόβλητα.
Και ερχόμαστε τώρα στα βιοκαύσιμα. Ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών και αρμοδίων πιστεύει ότι τα μόνα βιοκαύσιμα είναι το βιοντίζελ και η βιοαιθανόλη. Αυτό είναι επίσης μύθος, σημειώνει ο καθηγητής. Τα υγρά βιοκαύσιμα και κυρίως το βιοντίζελ κατέχουν, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα μικρό ποσοστό μόλις το 11,5% (12,9 εκατομ. τόνοι ισοδυνάμου πετρελαίου) ενώ την μερίδα του λέοντος κατέχουν τα στερεά βιοκαύσιμα που με ετήσια διακίνηση περί τους 95 εκατ. τόνους ισοδύναμου πετρελαίου αποτελούσαν και αποτελούν τα κύρια ευρωπαϊκά βιοκαύσιμα. Τα καύσιμα αυτά μεταφέρονται, αποθηκεύονται και τροφοδοτούνται ως ρευστά καύσιμα και έχουν από 15ετίας διαμορφωμένη τιμή αγοράς για οικιακές και βιομηχανικές χρήσεις.
Συνοψίζοντας, με βάση όλα τα παραπάνω, υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Δαναλάτος, δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο για τα βιοκαύσιμα και αυτό γιατί δεν μπορούν να μπουν σε καλούπια καλλιέργειες που παράγουν διαφορετικά προϊόντα κάτω από διαφορετικές οικολογικές συνθήκες και τρόπους διαχείρισης. Κάθε αλλαγή χρήσης γης πρέπει να γίνεται στη βάση ποσοτικής εκτίμησης της καταλληλότητας της εναλλακτικής ως προς την παραδοσιακή χρήση και σε σχέση με τα κριτήρια που τέθηκαν. Και αυτό είναι δουλειά έμπειρων επιστημόνων σε μια δια-επιστημονική προσέγγιση (multidisciplinary approach).
Στο ερώτημα, τέλος, «ποιά είναι απαραίτητη; Η ενέργεια ή η τροφή;», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως και η ενέργεια είναι απαραίτητη, όπως και η τροφή. Για να εξηγήσει: «Η δε πείνα -όπου υπάρχει- δεν οφείλεται στην έλλειψη καλλιεργούμενης έκτασης αλλά στο άγονο έδαφος και την έλλειψη καλλιεργητικών μέσων και λίπανσης. Τον αιώνα που μεσολάβησε από το 1860 έως το 1960, ο πληθυσμός της γης αυξήθηκε κατά 2 δισεκατομμύρια που για να τραφούν επεκτάθηκε η καλλιεργούμενη γη κατά 8 δισεκατομμύρια στρέμματα. Από το 1960 έως σήμερα η καλλιεργούμενη έκταση δεν παρουσίασε σημαντική περαιτέρω επέκταση ενώ γίναμε κατά 5,3 δισεκατομμύρια περισσότεροι. Μπορέσαμε όμως να επιβιώσουμε χάρη στην ραγδαίως αυξανόμενη εφαρμογή (αζωτούχου) λίπανσης που έφθασε σήμερα τους 112 εκατ. τόνους. Με τη λίπανση αυτή επηρεάζουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά λιγότερο από 1%. Mερική αντικατάσταση καλλιεργειών τροφής με ενδεδειγμένες καλλιέργειες παραγωγής ενέργειας, όπως π.χ. η αγριαγκινάρα στην Ελλάδα, θα αποσυμπιέσει και τις τιμές των προϊόντων σε όφελος των γεωργών που είναι ο πλέον αδύναμος κρίκος σε όλες τις κοινωνίες».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ