Στην αποκατάσταση του κάτω κοίλου του Μεγάλου Θεάτρου της Αρχαίας Νικόπολης προχωρά το υπουργείο Πολιτισμού, μετά την ωρίμαση της μελέτης αποκατάστασης του συγκεκριμένου τμήματος του μνημείου. Όπως αναφέρει ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, η επέμβαση εντάσσεται στη γ’ φάση του έργου προστασίας, συντήρησης και αποκατάστασης του Μεγάλου Θεάτρου, που αφορά στην προμήθεια και τοποθέτηση ασβεστολιθικών εδωλίων στο κάτω κοίλο και μαρμάρινων πλακών για το δάπεδο της ορχήστρας. Το έργο χρηματοδοτείται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ήπειρος 2021-2027» και αποτελεί τη συνέχεια των εργασιών που έχουν ολοκληρωθεί, στο πλαίσιο της β’ φάσης του έργου με χρηματοδότηση από το ΠΕΠ «Ήπειρος 2014-2020».
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε σχετικά: «Το Μεγάλο Θέατρο της Αρχαίας Νικόπολης, ένα από τα σημαντικότερα δημόσια οικοδομήματα της ρωμαϊκής πόλης και κορυφαίο μνημείο της Ηπείρου, αποτελεί βασικό πυλώνα του συνολικού σχεδιασμού μας για την ανάδειξη της Νικόπολης, αρχαιολογικού χώρου εξαιρετικής ιστορικής και πολιτιστικής αξίας. Με την αποκατάστασή του, συνεχίζουμε, με συνέπεια, ένα πολυετές πρόγραμμα επεμβάσεων, αξιοποιώντας την επιστημονική γνώση που αποκτήθηκε από τις προηγούμενες φάσεις του έργου. Στόχος μας είναι η διατήρηση της αυθεντικότητας του μνημείου, η αποκατάσταση της μορφολογικής και λειτουργικής του αναγνωσιμότητας, η ασφαλής απόδοσή του στους πολίτες και τους επισκέπτες. Αυτή η παρέμβαση συμπληρώνει τις εργασίες που ήδη υλοποιούνται στην ορχήστρα του θεάτρου, συνδυάζοντας την προγραμματισμένη αποκατάσταση και αναστήλωση του σκηνικού οικοδομήματος και των παρασκηνίων, ώστε το μνημείο, σταδιακά, να αποκτήσει την αρχιτεκτονική του συνοχή, επανεντασσόμενο στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή. Συγχρόνως, υλοποιούμε το ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης και ανάδειξης της Αρχαίας Νικόπολης. Δημιουργούμε ένα σύγχρονο δίκτυο διαδρομών, αλλά και ειδικές υποδομές προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία, συνδέοντας μεταξύ τους το Θέατρο, το Ωδείο, το Μνημείο του Αυγούστου και τα σημαντικότερα μνημεία του αρχαιολογικού χώρου. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζουμε την ενιαία αλλά και ασφαλή και ισότιμη επίσκεψη για όλους. Οι επιμέρους παρεμβάσεις αποτελούν τμήμα μιας ενιαίας στρατηγικής, η οποία υπηρετεί την προστασία και την ανάδειξη του μοναδικού αυτού αρχαιολογικού συνόλου. Από το 2019 έως σήμερα, τα έργα που ολοκληρώθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της Νικόπολης, όσα, ακόμη είναι σε εξέλιξη ή έχουν ήδη δρομολογηθεί, με πόρους του ΠΕΠ “Ήπειρος” -για τους οποίους ευχαριστώ τον περιφερειάρχη Αλέξανδρο Καχριμάνη-, του Ταμείου Ανάκαμψης και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης του υπουργείου Πολιτισμού υπερβαίνουν τα 10.000.000 ευρώ, με στόχο τη συνολική ανάδειξη του συγκεκριμένου μνημείου παγκόσμιας σημασίας».
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, κατά τη β’ φάση του έργου, στερεώθηκαν και συμπληρώθηκαν οι χυτές υποδομές των εδωλίων και των κλιμάκων, ανατάχθηκαν και συντηρήθηκαν σωζόμενα λίθινα εδώλια, πραγματοποιήθηκαν συγκολλήσεις και συμπληρώσεις φθορών, αποκαταστάθηκε τμήμα του διαδρόμου στη βάση του κοίλου, με επανατοποθέτηση πλακών και αναστήλωση του στηθαίου, ενώ, πιλοτικά, εφαρμόστηκε η τοποθέτηση 16 νέων ασβεστολιθικών εδράνων. Οι επεμβάσεις, με κυρίως σωστικό χαρακτήρα, συνέβαλαν στη διατήρηση των σωζόμενων αρχιτεκτονικών μελών και των υποδομών.
Η γ’ φάση του έργου προβλέπει τη συμπλήρωση των διατηρούμενων εδωλίων, ώστε κάθε κερκίδα να αποκτήσει συνολικά πέντε σειρές. Προβλέπεται η κατασκευή και τοποθέτηση συνολικά 167 νέων εδράνων, καθώς και η ανακατασκευή των αντίστοιχων βαθμίδων των κλιμάκων. Τα νέα στοιχεία θα κατασκευαστούν από συμβατό ασβεστολιθικό υλικό και θα τοποθετηθούν, με αναστρέψιμες τεχνικές, σύμφωνα με τις αρχές της αποκατάστασης μνημείων, διακρινόμενα από το αυθεντικό υλικό αλλά πλήρως εναρμονισμένα με αυτό. Η τοποθέτηση θα γίνει, με σεβασμό, στα σωζόμενα στοιχεία, ενώ όπου απαιτείται θα πραγματοποιηθούν μικρές επαναδιευθετήσεις των υφιστάμενων εδράνων και διακριτικές συμπληρώσεις για την εξασφάλιση της στατικής και αισθητικής συνέχειας. Οι επεμβάσεις αυτές, που θα πραγματοποιηθούν με την εφαρμογή όλων των απαιτούμενων μέτρων προστασίας του μνημείου, θα βελτιώσουν την αναγνωσιμότητα της αρχικής μορφής του θεάτρου, θα αναδείξουν τη λειτουργική σχέση της ορχήστρας με το κοίλο και θα εξασφαλίσουν ασφαλέστερες συνθήκες κίνησης για τους επισκέπτες.
Το Μεγάλο Θέατρο της Αρχαίας Νικόπολης αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά μνημεία της ρωμαϊκής πόλης. Κατά τον 2ο αι. μ.Χ. πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη ανακατασκευή του θεάτρου. Το κάτω κοίλο ανακατασκευάστηκε πάνω στα κατάλοιπα της αρχικής φάσης αποκτώντας μεγαλύτερη κλίση και υπερυψωμένο διάδρομο προς την ορχήστρα. Το ημικυκλικό κοίλο του διέθετε λίθινα εδώλια, περιμετρικό διάδρομο, στοά και σύστημα σκίασης. Η αρχική του κατασκευή χρονολογείται στην εποχή του Αυγούστου, ενώ η μεταγενέστερη ανακατασκευή του αντανακλά την εξέλιξη του μνημείου, κατά τους επόμενους ρωμαϊκούς χρόνους. Το μεγαλύτερο μέρος των λίθινων εδωλίων αφαιρέθηκε, στους μεταγενέστερους και χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό ή για την παραγωγή ασβέστη, με αποτέλεσμα σήμερα να σώζονται μόνο περιορισμένα τμήματα των πρώτων σειρών του κάτω κοίλου, γεγονός που αποδεικνύεται από την ύπαρξη τριών ασβεστοκάμινων, οι οποίες είχαν ήδη καταγραφεί, στις αρχές του 19ου αιώνα, από τον Βρετανό αρχιτέκτονα Thomas Leverton Donaldson. Σήμερα, διατηρούνται μόνο τμήματα των τριών πρώτων σειρών του κάτω κοίλου, ένα έδρανο στην ενδέκατη σειρά και διάσπαρτα καταπεσμένα εδώλια.
Η Νικόπολη ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο μετά τη νίκη του στη Ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) επί του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας Ζ’. Εξελίχθηκε σε σημαντικό διοικητικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο, με πληθυσμό από την Ήπειρο, την Αιτωλοακαρνανία, τη Λευκάδα και Ρωμαίους αποίκους. Από τον 3ο αι. μ.Χ., η πόλη άρχισε να παρακμάζει λόγω της κρίσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των βαρβαρικών επιδρομών. Ωστόσο, επί του Διοκλητιανού ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της επαρχίας Epirus Vetus, ενώ στα μέσα του 6ου αι. ο Ιουστινιανός Α΄ ανακαίνισε τα τείχη της στο πλαίσιο του προγράμματος οχύρωσης των πόλεων. Σημαντικό σταθμό στην ιστορία της Νικόπολης αποτέλεσε η επικράτηση του χριστιανισμού. Ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στην πόλη το 62-63 μ.Χ., ενώ από τον 5ο αι., η Νικόπολη εξελίχθηκε σε ισχυρό εκκλησιαστικό κέντρο, με μητροπολιτική έδρα που υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Ρώμης, έως το 732/733 μ.Χ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ