Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με την Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Roberta Metsola στο πλαίσιο της 30ής Ετήσιας Συζήτησης Στρογγυλής Τραπέζης του «Economist» με την Ελληνική Κυβέρνηση, που πραγματοποιείται στο Grand Resort Lagonissi. Τη συζήτηση συντόνισε ο Daniel Franklin, διευθυντής έκδοσης του «The Economist».
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, αναφερόμενος στα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Καταρχάς, ας κάνουμε διάκριση μεταξύ των δημόσιων δηλώσεων που έγιναν πριν και μετά τη Σύνοδο Κορυφής και του τι πραγματικά συνέβη κατά τη διάρκεια της Συνόδου. Και πιστεύω ότι Σύνοδος αυτή καθαυτή ήταν αρκετά επιτυχημένη, καθώς επαναβεβαιώθηκαν σημαντικές αποφάσεις που ελήφθησαν πέρυσι.

Η πιο σημαντική απόφαση που ελήφθη πέρυσι ήταν η αναγκαιότητα η Ευρώπη, τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ να αναλάβουμε πραγματικά την ευθύνη για την ασφάλειά μας. Θέσαμε φιλόδοξους στόχους όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες, με στόχο οι αμυντικές δαπάνες να ανέλθουν στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Αυτό επιμερίζεται σε 3,5% για αμιγώς αμυντικές δαπάνες και 1,5% δαπάνες που σχετίζονται με την άμυνα. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Ελλάδα έχει ήδη πετύχει τους στόχους του 2035, ήδη από το 2026. Και αυτό μας τοποθετεί σε μία ελίτ κατηγορία μόλις πέντε μελών του ΝΑΤΟ τα οποία έχουν ήδη επιτύχει αυτόν τον στόχο. Επομένως, έχουμε δείξει μεγάλη συνέπεια όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας έναντι του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, είναι πολύ ενθαρρυντικό να διαπιστώνουμε ότι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες εντείνουν τις προσπάθειές τους.
Αυτό συνδέεται επίσης με τη γενικότερη συζήτηση γύρω από τις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο όσον αφορά τα θέματα που σχετίζονται με την άμυνα. Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με την έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας μας, καθώς και την υποστήριξη των πολυάριθμων νεοφυών επιχειρήσεων που αρχίζουν να εμφανίζονται σε όλη την Ευρώπη για να προσφέρουν καινοτόμες και οικονομικά αποδοτικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα στο πεδίο.
Θα έλεγα λοιπόν ότι, συνολικά, η Σύνοδος Κορυφής ήταν επιτυχημένη. Πάντα υπάρχει λίγο δράμα και λίγος ενθουσιασμός όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος κάνει δημόσιες δηλώσεις, αλλά εν τέλει όλα πήγαν καλά.

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο πώλησης F-35 στην Τουρκία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε:
Δεν νομίζω ότι αποδίδουμε τη δέουσα σημασία στις αποφάσεις που ελήφθησαν στη Σύνοδο Κορυφής όταν περιορίζουμε τη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα μόνο σε ζητήματα που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όταν έχουμε θέματα να συζητήσουμε με την Τουρκία, τα συζητάμε μεταξύ μας. Και μερικές φορές στην Ελλάδα πιστεύω ότι υιοθετούμε μια πολύ στενόμυαλη προσέγγιση όσον αφορά αυτά τα ευρύτερα ζητήματα.
Θα το ξαναπώ, το σημαντικό μήνυμα που προκύπτει από τη Σύνοδο Κορυφής αφορά το γεγονός ότι η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και αυτός είναι, επίσης, ο μόνος τρόπος για να πείσουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Αμερικανό Πρόεδρο ότι αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα την άμυνά μας.
Δεν θα κάνω, λοιπόν, περαιτέρω σχόλια επί τούτου, αναφέρθηκα εν συντομία σε αυτό χθες, αλλά πάντα με εκπλήσσει κάπως ο τρόπος με τον οποίο μέρος του ελληνικού Τύπου καλύπτει αυτά τα ζητήματα, με μεγάλο βαθμό υπερβολής και αδυναμία να κατανοήσει τα πολυπαραγοντικά θέματα που αντιμετωπίζουμε. Ας το αφήσουμε λοιπόν εδώ, δεν έχω να προσθέσω οτιδήποτε.

Απαντώντας σε ερώτηση για τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο, με δεδομένη την αυξημένη ισχύ των ΗΠΑ και της Κίνας, ο Πρωθυπουργός ανέφερε:
Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και λόγω ορισμένων σημαντικών εκθέσεων που συντάχθηκαν -αναφέρομαι στις εκθέσεις Draghi και Letta-, έχει επέλθει μία σχεδόν βίαιη αφύπνιση σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσον αφορά τον ρόλο της Ευρώπης σε αυτό το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό τοπίο. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι προτεραιότητες που έθεσαν η Επιτροπή, το Συμβούλιο, αλλά και το Κοινοβούλιο έχουν ως επίκεντρο αυτά τα δύο κρίσιμα ζητήματα: την ανταγωνιστικότητα αφενός, την ασφάλεια και την άμυνα αφετέρου.

Όλες οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Αν δεν διορθώσουμε το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, η Ευρώπη θα συνεχίσει να παρακμάζει. Πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις προς αυτή την κατεύθυνση.
Αν εξετάσουμε τον ρυθμό με τον οποίο έχουμε εφαρμόσει τις συστάσεις της έκθεσης Draghi, μάλλον δεν είναι αυτός που θα θέλαμε, αλλά πιστεύω ότι η Roberta είχε απόλυτο δίκιο όταν επισήμανε ότι η Ευρώπη είναι ένα πολύ περίπλοκο θεσμικό οικοδόμημα, το οποίο απαιτεί πολλούς συμβιβασμούς. Έχει τρεις πυλώνες: την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, και όλοι τους πρέπει να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά τις σημαντικές αποφάσεις, κάτι που, φυσικά, απαιτεί χρόνο.

Παρά ταύτα, τα ζητήματα αντιμετωπίζονται με μια νέα αίσθηση επείγοντος. Όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα, πρέπει να εξετάσουμε την ενιαία αγορά και τον τρόπο λειτουργίας της, όλα τα προβλήματα που εξακολουθεί να παρουσιάζει. Η Roberta αναφέρθηκε, δικαίως, στην κρίση του κόστους διαβίωσης, η οποία επηρεάζει όλους τους πολίτες μας. Αν εξετάσουμε την ενιαία αγορά σήμερα, μου είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί το ίδιο προϊόν κοστίζει περισσότερο στην Ελλάδα απ’ ό,τι σε μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το κόστος μεταφοράς.
Υπάρχουν, λοιπόν, ακόμα βασικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς. Η έννοια του «28ου καθεστώτος», δηλαδή η δυνατότητα μια νεοφυής επιχείρηση να ιδρύεται, για παράδειγμα, στην Ελλάδα, αλλά να είναι εγγεγραμμένη στην Πολωνία ή τη Λιθουανία, και να μπορεί να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα εκεί. Όλες αυτές είναι σημαντικές ιδέες που πρέπει να νομοθετηθούν και να τεθούν σε εφαρμογή.
Και, ασφαλώς, η δυσκολία πάντα έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι αυτές οι τολμηρές προτάσεις δεν θα αποδυναμωθούν κατά τη διαδικασία και δεν θα «κατανικηθούν» από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία ή από την ανάγκη επίτευξης συμβιβασμών στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Στο μέτωπο της ενέργειας, απλά δεν είμαστε ανταγωνιστικοί όσον αφορά τις τιμές της ενέργειας στην Ευρώπη, και εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των τιμών της ενέργειας σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Συνεπώς, στην πραγματικότητα δεν διαθέτουμε μια ενιαία αγορά ενέργειας.
Ναι, εξετάζουμε στη δέσμη προτάσεων για τα δίκτυα και τη βελτίωση της συνδεσιμότητας, αλλά όλα αυτά πρέπει να προχωρήσουν με πολύ ταχύτερο ρυθμό.
Τέλος, αναφορικά με το εμπόριο, είμαι υπέρμαχος των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου και, σε μια εποχή που επικρατούν αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις γύρω από το εμπόριο είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης να ολοκληρώσει αυτές τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Αναφέρατε το Μεξικό· η Ινδία αποτελεί επίσης μια εξαιρετικά σημαντική αγορά.
Και, φυσικά, μιλώ επίσης εκ μέρους μιας χώρας που κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως στον τομέα της ναυτιλίας, η οποία αποτελεί τη ζωτική αρτηρία του διεθνούς εμπορίου. Επομένως, έχω ένα επιπλέον λόγο για να ενδιαφέρομαι για αυτές τις πρωτοβουλίες.
Κλείνοντας, όσον αφορά την Κίνα, πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις για την επιβίωση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης. Δεν είμαι υπέρ του προστατευτισμού καθεαυτού και πολλά από τα προβλήματα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας δεν σχετίζονται με την Κίνα, αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός ότι η Κίνα αντιπροσωπεύει σήμερα το 30% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας και το 19% της παγκόσμιας οικονομίας.

Επομένως, δεν έχουμε το περιθώριο να επιτρέψουμε, ειδικά σε κρίσιμους τομείς όπου διατηρούμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να μας «πλημμυρίσουν» κινεζικά προϊόντα, κάτι που τελικά θα οδηγήσει στην απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στην Ευρώπη.
Σε συμπληρωματική ερώτηση για τις ενέργειες που απαιτούνται για την προστασία ευρωπαϊκών βιομηχανιών, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Θα πρέπει να γίνουν και τα δύο… Ας πάρουμε ως παράδειγμα την αυτοκινητοβιομηχανία -δεν έχω συγκεκριμένη άποψη όσον αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, επειδή δεν αποτελούμε μέρος της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας. Το ερώτημα είναι το εξής: εάν προστατεύσω, έστω και για κάποιο χρονικό διάστημα, την αυτοκινητοβιομηχανία μου, θα της δώσω επαρκή κίνητρα ώστε να καινοτομήσει και να φτάσει στο επίπεδο τεχνολογικής εξέλιξης που έχουν σήμερα τα κινεζικά αυτοκίνητα;
Γιατί πλέον το ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο συνδυασμός τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικής στην Κίνα δημιουργεί μια υπερδύναμη στη μεταποίηση που είναι πολύ πιο προηγμένη από ό,τι αντιλαμβανόμαστε.

Επομένως, αν λάβουμε προστατευτικά μέτρα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι εξετάζουμε και την άλλη πλευρά της εξίσωσης: να κάνουμε τη βιομηχανία μας πιο ανταγωνιστική, να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα της γραφειοκρατίας, να προωθήσουμε τα πολυνομοσχέδια που διευκολύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρώπη, διότι η προστασία από μόνη της δεν θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά τον ρόλο που μπορεί να έχει η Ευρώπη στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, αν μπορεί να είναι δημιουργός ή απλά καταναλωτής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε:
Αν εξετάσουμε τις κεφαλαιουχικές δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης -αυτό που ονομάζουμε «AI stack»-, είναι σαφές ότι η Ευρώπη υστερεί σημαντικά σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Ταυτόχρονα, διεξάγεται μια πολύ έντονη συζήτηση σχετικά με την έννοια της «κυριαρχίας» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (AI sovereignty). Πού αποθηκεύουμε τα ευαίσθητα δεδομένα μας; Και ποια είναι η αναγκαιότητα να επενδύσουμε στην Ευρώπη ώστε να διασφαλίσουμε ότι, τουλάχιστον ως προς τον τόπο όπου βρίσκονται τα δεδομένα, δεν εξαρτόμαστε από τις Ηνωμένες Πολιτείες -καθώς η Κίνα σαφώς δεν θα αποτελούσε επιλογή.
Στο τέλος της ημέρας, όσα και αν προσφέρουμε σε δημόσιους πόρους, ευρωπαϊκά ή εθνικά κεφάλαια, το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης για αυτές τις επενδύσεις προέρχεται από ιδιωτικά κεφάλαια, γεγονός που μας φέρνει και πάλι στην ικανότητα κινητοποίησης αυτών των ποσών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το οποίο συνδέεται και πάλι με το θέμα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Γιατί οι αποταμιεύσεις μας κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ, μόνο και μόνο για να επανεπενδυθούν ενδεχομένως στην Ευρώπη μέσω των ΗΠΑ;

Χρειαζόμαστε, επομένως, μια πολύ μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, ώστε να μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε ανταγωνιστικοί στις υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται τώρα να χρηματοδοτήσει έναν ορισμένο αριθμό από αυτά που ονομάζουμε «gigafactories» τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή «giga projects». Και ελπίζουμε ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να διαδραματίσει κάποιο ρόλο.
Για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, πιθανότατα θα στοχεύαμε σε ένα εμβληματικό έργο μεγάλης κλίμακας. Διαθέτουμε τον νέο μας υπερυπολογιστή, ο οποίος αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε φάση εγκατάστασης εδώ κοντά, στο Λαύριο, και αυτή η υπολογιστική ισχύς είναι ζωτικής σημασίας για να προσφέρουμε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στις νεοφυείς επιχειρήσεις την υπολογιστική δυνατότητα να αναπτύξουν τουλάχιστον τις απαραίτητες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Άρα, προς το παρόν παραμένει άγνωστο αν η Ευρώπη θα καταφέρει να είναι «παίκτης» στο πεδίο των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs). Ωστόσο, σίγουρα πρέπει να είμαστε σε θέση να δραστηριοποιηθούμε στο επίπεδο των εφαρμογών, δηλαδή των εργαλείων που θα αναπτύξουν τις λύσεις για τη βελτίωση της παραγωγικότητάς μας.

Σε αυτό διακρίνω μεγάλη δυναμική στην Ελλάδα, βλέπω πολλές ενδιαφέρουσες νεοφυείς επιχειρήσεις που αναπτύσσουν προϊόντα και υπηρεσίες σε αυτόν τον τομέα. Ωστόσο, κάθε χώρα θα χρειαστεί επίσης τη δική της εθνική στρατηγική, και πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα πρέπει να είμαστε έξυπνοι και ευέλικτοι όσον αφορά το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Διότι όταν ακούω ορισμένες από τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες να μας λένε «Δεν πρόκειται να προσφέρουμε ορισμένα από τα προϊόντα μας στην Ευρώπη συνολικά, επειδή μας περιορίζουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί», αναρωτιέμαι αν είμαστε υπερβολικοί σε ορισμένες ρυθμίσεις. Όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, εμείς θέσαμε τα πρότυπα. Όσον αφορά τον κανονισμό για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act), ήμασταν και πάλι πρωτοπόροι. Πιστεύω όμως ότι υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, διότι δεν θα ήθελα να βρεθώ σε θέση να μην έχω πρόσβαση σε τεχνογνωσία αιχμής απλώς και μόνο επειδή, για κάποιο λόγο, έχουμε μετατρέψει σε ρυθμιστικό εφιάλτη τη λειτουργία αυτών των εταιρειών στην Ευρώπη.
Ερωτηθείς για τη δυνατότητα ενίσχυσης της συνεργασίας με ευρωπαϊκές χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ, μεταξύ άλλων στον τομέα της άμυνας με το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Πρωθυπουργός υπογράμμισε:
Όσον αφορά το ζήτημα των διαφόρων μορφών συνεργασίας, αυτό, σε κάποιο βαθμό, υφίσταται ήδη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι όλες οι χώρες μέλη της Ζώνης Σένγκεν. Δεν είναι όλες οι χώρες μέλη της ευρωζώνης. Υπάρχει, λοιπόν, ήδη ένας βαθμός «μεταβλητής γεωμετρίας». Και οι Συνθήκες, καθώς και ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπουν την προσαρμογή σε συγκεκριμένες προτεραιότητες των κρατών μελών.

Η άμυνα θα αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα δοκιμασία, για να δούμε αν θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε έναν πυρήνα χωρών που θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερα όσον αφορά την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας. Το SAFE, σε κάποιο βαθμό…
Σε διευκρινιστική ερώτηση αν το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό αμυντικό πρόγραμμα SAFE, o Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε:
Πρέπει πρώτα να «πετύχει η συνταγή» για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν μιλάμε για κάτι σαν «συμμαχία των προθύμων», όσον αφορά τις χώρες της ΕΕ, πρέπει πρώτα να μπορέσουμε να το επισημοποιήσουμε. Σε κάποιο βαθμό αυτό συμβαίνει σε ad hoc βάση, έτσι έχουμε διμερή και τριμερή σχήματα συνεργασίας.
Αυτό οδηγεί στην τυποποίηση των εξοπλιστικών προμηθειών. Για παράδειγμα, όταν αποκτούμε μια γαλλική φρεγάτα -τη διαθέτουμε ήδη- ουσιαστικά απευθυνθήκαμε στους Γάλλους και τους είπαμε: «Θέλουμε βασικά το ίδιο πλοίο που ναυπηγείτε, με ελάχιστες αλλαγές στο βασικό σχέδιο». Αυτό δημιουργεί οικονομίες κλίμακας. Μπορεί να έρθουν και οι Σουηδοί να αγοράσουν τα ίδια πλοία. Αυτό αυξάνει τον αριθμό των χωρών που χρησιμοποιούν την ίδια πλατφόρμα.

Επομένως, αρχίζουμε να βλέπουμε διάφορους κύκλους χωρών που μπορούν να συνεργαστούν στον τομέα της άμυνας. Το SAFE είναι επίσης πρόγραμμα που ενθαρρύνει τις κοινές προμήθειες κρατών μελών.
Τώρα, εάν το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια τέτοια πρωτοβουλία, είναι δύσκολο να πει κανείς. Υπήρχαν τρόποι να ενταχθεί το Ηνωμένο Βασίλειο στο SAFE, αλλά τελικά δεν κατέστη δυνατό, επειδή, φυσικά, υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της διεύρυνσης της ΕΕ και της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Επιστρέφοντας στο ζήτημα της διεύρυνσης της ΕΕ, φυσικά η Ελλάδα, ως χώρα που ανήκει στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δει τους γείτονές μας στα Δυτικά Βαλκάνια να σημειώνουν ενταξιακή πρόοδο. Η αλήθεια είναι ότι επανειλημμένα έχουν δοθεί υποσχέσεις από την ΕΕ που δεν τηρήθηκαν, εν μέρει επειδή αυτές οι χώρες δεν ήταν σε θέση να προχωρήσουν με τον ρυθμό που απαιτούσε η πολύ αυστηρή διαδικασία ένταξης στην ΕΕ.

Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι το Μαυροβούνιο θα μπορούσε να γίνει το 28ο, δεν θέλω να «ρίξω αλάτι στην πληγή» αλλά θα μπορούσε να αντικαταστήσει το Ηνωμένο Βασίλειο ως 28ο κράτος μέλος της ΕΕ. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρο ενδεχόμενο. Θα μπορούσε να συμβεί μέσα στα επόμενα δύο χρόνια και θα έστελνε ένα μήνυμα στα Δυτικά Βαλκάνια ότι η ένταξη δεν είναι άπιαστο όνειρο, αλλά κάτι που μπορεί να συμβεί.
Ωστόσο, κάθε χώρα αντιμετωπίζεται ξεχωριστά. Υπάρχουν σημαντικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, και βρισκόμαστε εδώ για να στηρίξουμε τους φίλους μας στα Δυτικά Βαλκάνια σε αυτή τη δύσκολη πορεία. Αλλά αν καταφέρουμε να σημειώσουμε πρόοδο έστω και σε μία χώρα, αυτό θα στείλει ένα μήνυμα.
Τούτου λεχθέντος, πρέπει να επισημάνω ότι πρέπει να σημειώσουμε πρόοδο όσον αφορά τη Σερβία, διότι εδώ και τέσσερα χρόνια δεν έχουμε καταφέρει να ανοίξουμε ούτε ένα κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις με τη Σερβία.
Κάποια στιγμή είναι εύκολο να αρχίσουν οι αλληλοκατηγορίες -«εσύ φταις, εμείς φταίμε»- αλλά η Σερβία αντιπροσωπεύει το 50% του ΑΕΠ των Δυτικών Βαλκανίων, και δεν μπορεί κανείς να φανταστεί σταθερά και ευρωπαϊκά Δυτικά Βαλκάνια χωρίς μια ευρωπαϊκή Σερβία.
Ίσως πρέπει να πείσουμε μερικούς από τους φίλους μας στο Συμβούλιο να κάνουν ένα μικρό άλμα πίστης, γιατί πρέπει επίσης να στείλουμε ένα μήνυμα στη Σερβία ότι ενδιαφερόμαστε πραγματικά να την οδηγήσουμε στον σωστό δρόμο.

Απαντώντας σε ερώτηση για το ζήτημα της μετανάστευσης και τη μείωση των μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε:
Το μεταναστευτικό δεν συγκαταλέγεται στα 10 κορυφαία ζητήματα που απασχολούν σήμερα την ελληνική κοινωνία.
Πρόκειται για μεγάλη αλλαγή, αλλά θα σας εξηγήσω τους λόγους. Διότι όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση, το 2019, στο νησί της Λέσβου υπήρχαν 30.000 παράτυποι μετανάστες και πρόσφυγες. Ξέρετε πόσους έχουμε τώρα; 300. Και αντί να έχουμε μετανάστες και πρόσφυγες στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, έχουμε χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες, που έρχονται με βίζα που χορηγείται με ταχείες διαδικασίες για να επισκεφθούν τα νησιά.
Καταφέραμε να διαχειριστούμε το πρόβλημα συνεργαζόμενοι με την Τουρκία, αλλά και στέλνοντας ένα παρά πολύ σαφές μήνυμα από την αρχή της πρώτης θητείας μας: ότι θα προστατεύουμε τα εξωτερικά μας σύνορα.
Τον Μάρτιο του 2020 αντιμετωπίσαμε υβριδική επίθεση. Ήμουν ο πρώτος τότε που έφερα την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα χερσαία σύνορά μας με την Τουρκία, για να στείλω ένα πολύ σαφές μήνυμα: ότι αν δεν δώσουμε έμφαση στη εξωτερική διάσταση της μετανάστευσης, το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Διότι τότε η συζήτηση στην Ευρώπη αφορούσε μόνο τις δευτερογενείς ροές, και ήταν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να λύσουμε αυτό το πρόβλημα αν δεν αντιμετωπίζαμε το γεγονός ότι εισέρχονταν πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη. Γι’ αυτό και δεν απολογηθήκαμε για τη στάση μας. Διαμηνύσαμε τόσο στους διακινητές όσο και στους ανθρώπους που, μέσα στην απόγνωσή τους, ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν στους διακινητές μεγάλα χρηματικά ποσά, ότι θα καταστήσουμε πολύ δύσκολη την είσοδο στην Ευρώπη. Και βεβαίως, τώρα που το νέο Σύμφωνο είναι έτοιμο, αν κάποιος δεν δικαιούται άσυλο, δηλαδή αν είναι οικονομικός μετανάστης, θα σταλεί πίσω. Πλέον διαθέτουμε τα εργαλεία για να το πράξουμε.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή της μεταστροφής της συζήτησης που γινόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και της στροφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς μια πολύ πιο ρεαλιστική κατεύθυνση, η οποία υιοθετήθηκε και από το Κοινοβούλιο. Γι’ αυτό έχουμε τώρα ένα Σύμφωνο που πρέπει να εφαρμοστεί.
Οι επιστροφές αποφέρουν αποτελέσματα, διότι στέλνουν ένα σαφές μήνυμα στους πιθανούς πελάτες των διακινητών: ότι είναι πολύ πιθανό να πληρώσετε 5.000 ή 10.000 δολάρια ή ευρώ και να σας στείλουν πίσω. Όταν αρχίσαμε, λοιπόν, να επιστρέφουμε άτομα στην Αίγυπτο -και δεν μιλάμε για τεράστιους αριθμούς-, ο συμβολισμός ήταν πολύ σημαντικός. Ξαφνικά παρατηρήσαμε σημαντική μείωση στον αριθμό των Αιγυπτίων που έρχονταν μέσω της Λιβύης.
Ασφαλώς, η Roberta έχει δίκιο, πρέπει να συνεργαστούμε με τρίτες χώρες. Συνεργαζόμαστε, για παράδειγμα, με την ανατολική Λιβύη για να τους βοηθήσουμε με την ακτοφυλακή τους, προσφέροντάς τους πόρους, επειδή δεν θέλουμε αυτοί οι άνθρωποι να βρίσκονται στη θάλασσα εξ αρχής, καθώς είναι ένα πολύ επικίνδυνο ταξίδι. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους. το Λιμενικό μας έχει διασώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στη θάλασσα. Δεν θέλουμε, όμως, να αποπλεύσουν από τις ακτές.

Πιστεύω ότι έχουμε συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό της συζήτησης στην Ευρώπη και, συνολικά, αν εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο έχουμε χειριστεί το μεταναστευτικό ζήτημα, η πολιτική μας έχει αποδειχθεί επιτυχής.
Πέραν αυτού, για όσους δικαιούνται καθεστώς ασύλου, είμαστε πρόθυμοι να τους υποδεχθούμε. Μπορούν να έρθουν, να μείνουν στην Ελλάδα, να εργαστούν, έχουμε αρκετές θέσεις εργασίας.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν Σουδανοί που εργάζονται στα χωράφια της κεντρικής Ελλάδας, όπου υπάρχει ανάγκη για εργατικό δυναμικό. Και, φυσικά, θέλουμε να συνάψουμε συμφωνίες για μετάκληση εργαζόμενων με χώρες με τις οποίες θεωρούμε ότι διατηρούμε καλές σχέσεις. Διότι θέλουμε αυτοί οι άνθρωποι να έρχονται νόμιμα. Θέλουμε να έρχονται νόμιμα, θέλουμε να έρχονται με αεροπλάνο και όχι με φουσκωτό, θέλουμε να είναι ασφαλισμένοι και θέλουμε να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά με νόμιμο τρόπο.

Ερωτηθείς σχετικά με τον χρόνο διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, ο Πρωθυπουργός είπε:
Όπως γνωρίζετε, μόλις μπήκαμε στον 8ο χρόνο διακυβέρνησης. Οι εκλογές θα γίνουν το 2027, την άνοιξη. Έχω κουραστεί να το επαναλαμβάνω. Με ρωτούν συνεχώς αν θα γίνουν πρόωρες εκλογές, αλλά οι εκλογές θα διεξαχθούν στο τέλος της θητείας μας.
Και, βέβαια, πιστεύω ότι η Roberta το έθεσε σωστά. Νομίζω ότι οι πολίτες είναι ρεαλιστές, αλλά ταυτόχρονα ανησυχούν. Σημαντικές αλλαγές εκτυλίσσονται στη ζωή τους: η κλιματική αλλαγή, η τεχνητή νοημοσύνη, μια γεωπολιτική αναδιάταξη, μια νεότερη γενιά που δεν ξέρει αν η εκπαίδευσή της θα της εξασφαλίσει μια δουλειά, μια νεότερη γενιά που αναζητά το βασικό δικαίωμα να αποκτήσει δική της κατοικία, κάτι που για τη δική μας γενιά ήταν δεδομένο. Αυτές είναι πραγματικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Και θα έλεγα ότι η πρώτη κατευθυντήρια γραμμή θα ήταν να είμαστε ταπεινοί, να αντιμετωπίζουμε αυτά τα ζητήματα με μετριοφροσύνη και να μην υποσχόμαστε τον ουρανό με τα άστρα. Οι πολίτες είναι ρεαλιστές, καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούμε να προκαλέσουμε δραματικές αλλαγές. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό λαϊκιστικά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς, όταν υπόσχονται λύσεις που είναι ξεκάθαρα μη ρεαλιστικές αν αναλογιστούμε τις δημοσιονομικές συνέπειες.
Είναι πολύ εύκολο να «πετάξουμε» χρήματα σε ένα πρόβλημα, αλλά τα χρήματα δεν υπάρχουν. Χώρες που το επιχείρησαν στο παρελθόν, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, σχεδόν χρεοκόπησαν. Εμείς δεν θα επαναλάβουμε το ίδιο λάθος.
Επομένως, είναι ευθύνη των κομμάτων που έχουν υπευθυνότητα να διασφαλίσουν ότι έχουμε τα οικονομικά μέσα για να υποστηρίξουμε όποιες πολιτικές προτείνουμε, ώστε να υλοποιηθούν. Αυτό ακριβώς θα κάνουμε. Ο πειρασμός να υποσχεθούμε περισσότερα από όσα μπορούμε να εκπληρώσουμε είναι πάντα μεγάλος, αλλά σε δύο διαδοχικές εκλογές κερδίσαμε απόλυτη πλειοψηφία επειδή δεν δώσαμε υπερβολικές υποσχέσεις.

Και όταν κοιτάζω τα αποτελέσματα που έχουμε πετύχει βρισκόμενοι στο τέταρτο έτος της θητείας μας, σε σύγκριση με όσα υποσχεθήκαμε να κάνουμε το 2023, διαπιστώνω ότι είμαστε, εν πολλοίς, εντός στόχου. Υποσχεθήκαμε ότι θα μειώσουμε περαιτέρω την ανεργία, το κάναμε. Υποσχεθήκαμε ότι θα αυξήσουμε τους μισθούς, το κάναμε. Έχουμε αυξήσει τον κατώτατο μισθό κατά 42% τα τελευταία χρόνια.
Υποσχεθήκαμε άμεσες ξένες επενδύσεις – ρεκόρ και το πετύχαμε. Υποσχεθήκαμε να ενισχύσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, το πετύχαμε. Υποσχεθήκαμε να προστατεύσουμε τους εργαζόμενους, και όντως το πετύχαμε. Είπαμε ότι θα ψηφιοποιήσουμε το κράτος, το κάναμε.
Ασφαλώς, μεγάλο πρόβλημα είναι η κρίση του προσιτού κόστους ζωής. Όμως, δεν πρόκειται να λύσετε αυτή την κρίση απλώς ισχυριζόμενοι ότι μπορείτε, κατά βάση, να δίνετε λευκές επιταγές και να δεσμεύεστε για μέτρα τα οποία είναι προφανές ότι δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν.
Ένα τελευταίο σημείο σχετικά με τις εκλογές, μας αφορά και τους δύο: η ακεραιότητα των εκλογών στις χώρες μας θα δοκιμαστεί από την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης είναι πραγματικά εντυπωσιακές όσον αφορά τη δημιουργία πλαστού περιεχομένου σε μορφή βίντεο, ήχου και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα. Και αν υπάρχει μία ρυθμιστική μάχη που θα ήθελα να δώσω με τις εταιρείες τεχνολογίας, είναι να διασφαλίσουμε ότι θα διαθέτουμε κάποια τεχνική υδατοσήμανσης για να προσδιορίζουμε πότε ένα βίντεο είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό θα είναι απολύτως καίριας σημασίας.
Υπάρχουν αρκετοί κακόβουλοι άνθρωποι, τόσο εντός των χωρών μας όσο και εκτός αυτών, που θα ήθελαν να σπείρουν το χάος στην εκλογική μας διαδικασία. Είναι ένα ζήτημα που έχουμε συζητήσει. Το έχω θέσει επανειλημμένα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Δεν νομίζω ότι θα υπάρχει χρόνος να κάνουμε πολλά πριν από τις επόμενες εκλογές, αλλά πρέπει να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν σε ένα εντελώς διαφορετικό ψηφιακό περιβάλλον από τις προηγούμενες.
Κληθείς, τέλος, να κάνει μια πρόβλεψη για τον αγώνα Γαλλία – Μαρόκο στην προημιτελική φάση του Παγκόσμιου Κυπέλλου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε:
Είπα εξ αρχής ότι θα το κερδίσει Γαλλία, οπότε θα πρέπει να μείνω πιστός στην αρχική μου πρόβλεψη.
