«Η κατάργηση της δυνατότητας αμνηστίας, για πολιτικά εγκλήματα, αποτελεί πράξη θεσμικής αυτοπεποίθησης, για τη δημοκρατία που καταφέραμε να οικοδομήσουμε, αλλά και ελάχιστο φόρο τιμής σε όλες εκείνες τις οικογένειες των θυμάτων της τρομοκρατίας, οι οποίες δεν ανέχονται να αντιμετωπίζονται οι φονιάδες των αγαπημένων τους ως τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι: φονιάδες», υπογράμμισε η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Ντόρα Μπακογιάννη, αναφερόμενη στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να καταργηθεί η αμνηστία για πολιτικά εγκλήματα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 47 του Συντάγματος.
«Εδώ και πολλές δεκαετίες, η δημοκρατία μας δεν χρειάζεται να προβλέπει ειδικές εξαιρέσεις για όσους στρέφονται εναντίον της και δεν πρέπει να προσφέρει καμία βοήθεια σε όσους επιχειρούν να ντύσουν τη μισαλλοδοξία, την απανθρωπιά και τη διαστροφή τους με κάποιο περιτύλιγμα, δήθεν συνταγματικά αναγνωρισμένων πολιτικών κινήτρων. Τίποτα, τίποτα απολύτως, ούτε ένα κόμμα δεν πρέπει να υπάρχει μέσα στο Σύνταγμα που να εξυπηρετεί το αφήγημα των εχθρών της δημοκρατίας», είπε η Ντόρα Μπακογιάννη και τόνισε:
«Η κατάργηση της δυνατότητας αμνηστίας, για πολιτικά εγκλήματα, αποτελεί πράξη θεσμικής αυτοπεποίθησης για τη δημοκρατία που καταφέραμε να οικοδομήσουμε αλλά και ελάχιστο φόρο τιμής σε όλες εκείνες τις οικογένειες των θυμάτων της τρομοκρατίας, οι οποίες δεν ανέχονται να αντιμετωπίζονται οι φονιάδες των αγαπημένων τους ως τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι: φονιάδες. Αυτό επιβάλλει ο σεβασμός στους θεσμούς του κράτους δικαίου και στη δημοκρατική νομιμότητα και θα ήλπιζα ότι έστω και σε αυτό θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε».
Προηγουμένως, η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε στην ιστορική συγκυρία που επέβαλε την πρόβλεψη της αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα.
«Η διάταξη αυτή έχει ιστορικές ρίζες και για πολλές δεκαετίες εξυπηρέτησε το εθνικό συμφέρον», είπε η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρόσθεσε: «Ήταν αναγκαία, σε μια εποχή εμφυλίων, εθνικών διχασμών και πολιτικής αστάθειας. Η εθνική συμφιλίωση απαιτούσε τότε μια διαφορετική αντιμετώπιση σε εγκλήματα μεταξύ πολιτικών αντιπάλων. Απαιτούσε ορισμένες φορές να ξεχάσουμε το παρελθόν μας, για να αποτρέψουμε να στοιχειώσει το μέλλον μας. Η μεγαλύτερη περηφάνεια, για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, από τη μεταπολίτευση και ύστερα, είναι ότι δεν χρειαζόμαστε πια τέτοια αναγκαία κακά, για να συμβιώσουμε. Ευτυχώς, στα χρόνια που μεσολάβησαν, η ελληνική δημοκρατία, ωρίμασε, δυνάμωσε και απέδειξε, όταν χρειάστηκε την ανθεκτικότητά της και την ικανότητά της να αυτοπροστατεύεται. Οι δημοκρατικοί θεσμοί που φτιάξαμε, ο πολιτικός πολιτισμός που επιβάλλαμε και απρόσκοπτη εναλλαγή της εξουσίας, που εγγυηθήκαμε, ξεγύμνωσαν την πολιτική βία, από τον ιδεολογικό της μανδύα και την εξίσωσαν με το κοινό έγκλημα».
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


