Ανάθεση ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με απόφαση της Βουλής όπως θα ορίζει νόμος και απαγόρευση συμμετοχής τους στην κυβέρνηση ή της τοποθέτησης τους σε ανεξάρτητες Αρχές, για τουλάχιστον τρία χρόνια από την αφυπηρέτησή τους, προβλέπει η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 89 του Συντάγματος.
Άρθρο 89: Διοικητικά καθήκοντα σε δικαστές
«Η ανάθεση στους λειτουργούς της δικαιοσύνης διοικητικών καθηκόντων είναι αναμφισβήτητα απολύτως χρήσιμη για την κεφαλαιοποίηση αυτού του κλάδου υπέρ του δημοσίου και του κοινωνικού συμφέροντος. Πρέπει, όμως, να γίνεται με απόλυτη προσοχή, ώστε να αξιοποιείται μεν η γνώση τους, χωρίς όμως να θολώνει η κόκκινη διαχωριστική γραμμή που πρέπει να διαχωρίζει σταθερά τη δικαστική εξουσία από την εκτελεστική και ειδικότερα τη διοίκηση», ανέφερε ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Ευριπίδης Στυλιανίδης.
Όσο για την πρόταση, επί το αυστηρότερο, οι αφυπηρητήσαντες δικαστές να μην επιτρέπεται να συμμετέχουν, με οποιαδήποτε ιδιότητα στην κυβέρνηση ή να τοποθετούνται σε ανεξάρτητες Αρχές για τουλάχιστον τρία χρόνια από την αφυπηρέτηση τους, ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας είπε ότι είναι ένας εύλογος χρόνος αποστασιοποίησής τους, «που μας επιτρέπει να κεφαλαιοποιήσουμε ως κράτος την εμπειρία τους, χωρίς όμως να διακινδυνεύσουμε την ανεξαρτησία τους». Στόχος της πρότασης είναι, όπως τον σκιαγράφησε, να μη δελεάζονται δικαστικοί λειτουργοί, κατά τα τελευταία χρόνια της δικαστικής καριέρας τους με την υπόσχεση υψηλών πολιτικών, θεσμικών ή διοικητικών θέσεων από την εκάστοτε κυβέρνηση και έτσι να παραμένουν ανεξάρτητοι ως την τελευταία μέρα στη δικανική κρίση τους.
Άρθρο 90, παρ. 5: Επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος προβλέπει ότι για τις προαγωγές στις θέσεις των ανώτατων δικαστών θα αποφασίζει ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, από κατάλογο τριών δικαστών, για κάθε θέση, που προτείνονται από τις οικείες ολομέλειες.
«Η οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική απόφαση για την επιλογή στην ηγεσία της δικαιοσύνης πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο επιδιώξεις: Πρώτον στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας στη λειτουργία της και δεύτερον στη δημοκρατική λογοδοσία προς κάποια άλλη εξουσία, την κυβέρνηση ή το Κοινοβούλιο που διαθέτει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε να μην οδηγηθούμε σε “κράτος δικαστών”, σημείωσε ο κ. Στυλιανίδης. Όπως εξήγησε, «η μετάθεση της απόφασης για την επιλογή της ηγεσίας από την εκτελεστική στη νομοθετική εξουσία παρέχει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση, σύμφωνα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, διότι η πλειοψηφία της Επιτροπής δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα είναι μονοκομματική, ενώ η συμμετοχή δικαστών ενισχύει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Κατ’αυτόν τον τρόπο η σύμπραξη νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στο πλαίσιο των ελέγχων και των ισορροπιών».
Για την επιλογή ηγεσίας στη Δικαιοσύνη κατά το άρθρο 90 παρ. 5 είναι βέβαιο ότι χρειάζεται πιο ουσιαστική συμμετοχή των δικαστών και μια πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας τους, τόνισε ο βουλευτής της ΝΔ. Επεσήμανε, όμως, ότι «καμία εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη και αυτεξούσια, διότι αυτό θα τίναζε στον αέρα την Αρχή των Ελέγχων και των Ισορροπιών».
Όπως η κυβέρνηση λογοδοτεί στη Βουλή και η Βουλή λογοδοτεί στον λαό έτσι θα πρέπει και η δικαιοσύνη να λογοδοτεί κάπου, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει την επί της ουσίας κρίση της, σύμφωνα με τον ίδιο.
Και προς επίρρωσιν αυτού του συλλογισμού, δηλαδή ότι η δικαιοσύνη πρέπει και αυτή «να λογοδοτεί κάπου», ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, έθεσε προς προβληματισμό δύο περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών και μία πρόταση για τη δημιουργία του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου που βρίσκει απέναντι το ΣτΕ ενώ ως θεσμός υφίσταται σε όλα τα δημοκρατικά κράτη.
«Θα μου επιτρέψετε θα θέσω και κάποια ζητήματα προς προβληματισμό», ανέφερε ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, απευθυνόμενος σε όλες τις πτέρυγες της Βουλής, και υπογράμμισε: «Πώς βλέπετε τον θεσμό του Μισθοδικείου; Ένας κλάδος να ορίζει μόνος τον μισθό του και περιέργως όταν όλοι την περίοδο της οικονομικής κρίσης υφίστανται περικοπές, αυτός να παίρνει αναδρομικά και αυξήσεις, χωρίς κανένας στο Κοινοβούλιο ή τα ΜΜΕ να τολμά να μιλά γι’αυτό; Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι τα πόθεν έσχες των δικαστών δεν δημοσιοποιούνται παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας, ενώ των βουλευτών δημοσιοποιούνται και μάλιστα με στρεβλό τρόπο; Δεν ερωτάται κάποιος με πόσα χρήματα μπήκε και με πόσα έφυγε από την εξουσία, ώστε να πρέπει δικαιολογήσει τη διαφορά. Δεν αξιολογείται, επίσης, η αντικειμενική και εμπορική αξία των ακινήτων που δηλώνονται ή των τίτλων, αλλά απλώς αριθμούνται για λόγους εντυπώσεων», σημείωσε ο κ. Στυλιανίδης και πρόσθεσε: «Πώς αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και σύνθεση που δεν θα αποτελείται μόνο από δικαστές, αλλά και από άλλες διαπρεπείς προσωπικότητες και γιατί αντιδρά σε αυτό πάντα επίμονα το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ ως θεσμός υπάρχει σε όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά ή καλύτερα τα δημοκρατικά κράτη;».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
