Η βρετανική κυβέρνηση άναψε το «πράσινο φως» για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Jackdaw στη Βόρεια Θάλασσα, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη σύγκρουση ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και τους στόχους για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Όπως αναφέρει το ertnews η αρχική άδεια για το έργο είχε ακυρωθεί το 2025 έπειτα από δικαστική απόφαση που επικαλούνταν περιβαλλοντικούς λόγους. Ωστόσο, η νέα έγκριση δίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Βρετανία αντιμετωπίζει έντονες προκλήσεις στην ενεργειακή αγορά λόγω των διεθνών εξελίξεων και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Ο υφυπουργός Ενέργειας Μάικλ Σανκς δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι το Jackdaw διαθέτει ήδη άδεια έρευνας και πως η κυβερνητική απόφαση αφορά την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας, η οποία ενδέχεται να ξεκινήσει ακόμη και στα τέλη Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής κυβέρνησης, το κοίτασμα θα αυξήσει κατά περίπου 6% την εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου κατά την περίοδο κορύφωσης της απόδοσής του, θα στηρίξει εκατοντάδες θέσεις εργασίας και θα συνεισφέρει περίπου 2,9 δισεκατομμύρια λίρες στην οικονομία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι το φυσικό αέριο του Jackdaw αναμένεται να τροφοδοτήσει βρετανικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις ήδη μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Παράλληλα, το Λονδίνο ανακοίνωσε τη δημιουργία Ταμείου Ενεργειακού Πλούτου ύψους δύο δισεκατομμυρίων λιρών, με στόχο τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι παραμένει προσηλωμένη στον στόχο των μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2050 και στη μη έκδοση νέων αδειών έρευνας για υδρογονάνθρακες. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η αξιοποίηση του Jackdaw έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις για την κλιματική πολιτική και δεν διασφαλίζει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τους καταναλωτές.
Η υπόθεση έλαβε και πολιτικές διαστάσεις, καθώς ο πρόεδρος της Βουλής των Κοινοτήτων, Λίντσεϊ Χόιλ, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του επειδή τα μέσα ενημέρωσης ενημερώθηκαν για την απόφαση πριν από τους βουλευτές, ενώ η αρμόδια υπουργός απουσίαζε από τη σχετική κοινοβουλευτική διαδικασία.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
