Τραμπ: Το ισχυρό όπλο που κρατά στα χέρια του μετά την ήττα – Πώς μπορεί να μπλοκάρει τους Δημοκρατικούς

4 Νοεμβρίου 2026, 22:50
Χρόνος ανάγνωσης 20 λεπτά

Παρά την επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές και την ανάληψη του ελέγχου του Κογκρέσου, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί στα χέρια του ένα ισχυρό συνταγματικό εργαλείο που μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά τα σχέδια των πολιτικών αντιπάλων του.

Ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποιεί ότι θα αξιοποιήσει το δικαίωμα του βέτο για να απορρίπτει νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν συμβαδίζουν με την ατζέντα του, επιδιώκοντας παράλληλα να οδηγήσει τους Δημοκρατικούς σε διαπραγματεύσεις.

Η νέα κοινοβουλευτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ δημιουργεί διαφορετικές ισορροπίες για τον Λευκό Οίκο, καθώς οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν πιο αποφασιστικά στη νομοθετική διαδικασία, αλλά και να ενισχύσουν τον έλεγχο των κυβερνητικών πεπραγμένων.

Η αλλαγή των συσχετισμών τούς επιτρέπει να ανακόπτουν πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, να ζητούν εξηγήσεις για τις αποφάσεις της και να προχωρούν σε έρευνες για ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της.

Ο Τραμπ, ωστόσο, δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να παρακολουθεί παθητικά τις κινήσεις των αντιπάλων του. Έχει ήδη διαμηνύσει ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει ένα από τα σημαντικότερα προνόμια που του παρέχει το αμερικανικό Σύνταγμα: την άσκηση προεδρικού βέτο.

Μάλιστα, έχει αποδώσει στο συγκεκριμένο δικαίωμα τον χαρακτηρισμό «την απόλυτη εξουσία», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί να απορρίπτει επανειλημμένα νομοσχέδια των Δημοκρατικών, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία μαζί τους.

Ενδεικτική των προθέσεών του ήταν και η θετική αντίδρασή του στο προσωνύμιο «Mr Veto», ενώ σε ανάρτησή του στο Truth Social δημοσίευσε τη λέξη «VETO», δίνοντας το στίγμα της στρατηγικής που προτίθεται να ακολουθήσει.

Τι έχει δηλώσει ο Τραμπ για τη χρήση του βέτο

Πριν από τις εκλογές, σε τηλεφωνική συνέντευξη στο CBS News, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εμφανιστεί βέβαιος ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να εφαρμόζει το πρόγραμμά του ακόμη και στην περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο.

Όταν κλήθηκε να σχολιάσει αυτό το ενδεχόμενο, απάντησε χαρακτηριστικά:

«Έχω την απόλυτη εξουσία: λέγεται βέτο».

Στη συνέχεια, εξήγησε ότι θα μπορούσε να απορρίπτει διαδοχικά τις νομοθετικές προτάσεις των αντιπάλων του, μέχρι να υποχρεωθούν να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις.

«Διαφορετικά, απλώς θα ασκώ βέτο σε όλα και δεν θα το θέλουν αυτό», ανέφερε.

Σε διαφορετική συνέντευξή του στο Fox News, ο Τραμπ επανήλθε στο ίδιο ζήτημα, παρουσιάζοντας το προεδρικό βέτο ως μία από τις ισχυρότερες θεσμικές δυνατότητες που διαθέτει ο ένοικος του Λευκού Οίκου.

«Έχει συμβεί και στο παρελθόν, όπως γνωρίζετε, πολλές φορές. Είναι η εξουσία του βέτο, μία από τις ισχυρότερες εξουσίες που έχει ένας πρόεδρος. Θα μου στέλνουν νομοσχέδια που είναι παράλογα και θα ασκώ βέτο», δήλωσε.

Κατά την ίδια τηλεοπτική συνέντευξη στο CBS News, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε και στην υπόθεση Trump v. Slaughter στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η συγκεκριμένη δικαστική διαμάχη αφορούσε τη δυνατότητα του προέδρου να απομακρύνει τη Ρεμπέκα Σλότερ από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC).

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απόφαση ενίσχυσε τις αρμοδιότητες του προέδρου απέναντι σε ομοσπονδιακούς οργανισμούς, συμβούλια και επιτροπές.

«Η υπόθεση Slaughter δίνει στον πρόεδρο τεράστιες εξουσίες που δεν είχε ποτέ πριν», σημείωσε.

 

Πώς λειτουργεί το προεδρικό βέτο στις ΗΠΑ

Η δυνατότητα άσκησης βέτο προβλέπεται από το Άρθρο Ι, Τμήμα 7 του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών και αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς θεσμικής ισορροπίας ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.

Μέσω αυτής της διαδικασίας, ο πρόεδρος μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή ενός νομοσχεδίου που έχει προηγουμένως εγκριθεί τόσο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και από τη Γερουσία.

Από τη στιγμή που μια νομοθετική πρόταση φτάσει στο γραφείο του, υπάρχουν δύο βασικές δυνατότητες: είτε να την υπογράψει, ώστε να αποκτήσει ισχύ νόμου, είτε να την επιστρέψει στο Κογκρέσο, συνοδεύοντάς την με τις αντιρρήσεις του.

Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη εκδοχή. Εάν ο πρόεδρος δεν υπογράψει ούτε επιστρέψει το νομοσχέδιο μέσα σε διάστημα δέκα ημερών, χωρίς να υπολογίζονται οι Κυριακές, αυτό τίθεται κανονικά σε ισχύ, υπό την προϋπόθεση ότι το Κογκρέσο εξακολουθεί να συνεδριάζει και μπορεί να το παραλάβει.

Αντίθετα, εάν το Κογκρέσο διακόψει τις εργασίες του με τρόπο που δεν επιτρέπει την επιστροφή του νομοσχεδίου εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, τότε αυτό δεν γίνεται νόμος. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «pocket veto», δηλαδή έμμεσο βέτο.

Ένας ακόμη σημαντικός περιορισμός είναι ότι ο πρόεδρος δεν έχει τη δυνατότητα να απορρίψει επιλεκτικά ορισμένα άρθρα ενός νομοσχεδίου. Πρέπει να αποφασίσει εάν θα εγκρίνει ή θα απορρίψει το σύνολό του, χωρίς να μπορεί να τροποποιήσει επιμέρους διατάξεις.

Επομένως, το συγκεκριμένο συνταγματικό δικαίωμα αφορά νομοθετικές προτάσεις που δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ και δεν επιτρέπει στον πρόεδρο να καταργεί νόμους που εφαρμόζονται ήδη.

Μπορούν οι Δημοκρατικοί να ακυρώσουν το βέτο του Τραμπ;

Το αμερικανικό Σύνταγμα προβλέπει τη δυνατότητα παράκαμψης ενός προεδρικού βέτο από το Κογκρέσο. Για να συμβεί, ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερα αυξημένη πλειοψηφία, καθώς πρέπει να συγκεντρωθούν τα δύο τρίτα των ψήφων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία.

Εφόσον συμμετέχουν και ψηφίζουν όλα τα μέλη των δύο σωμάτων, χρειάζονται 290 ψήφοι στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία διαθέτει 435 έδρες, και 67 στη Γερουσία των 100 μελών.

Εάν εξασφαλιστούν οι συγκεκριμένοι αριθμοί και στα δύο νομοθετικά σώματα, το νομοσχέδιο μπορεί να αποκτήσει ισχύ νόμου παρά την αντίθεση του προέδρου.

Στην πράξη, όμως, πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία από μόνη της δεν αρκεί, καθώς απαιτείται η σύμπραξη σημαντικού αριθμού βουλευτών και γερουσιαστών από την αντίπαλη παράταξη.

Αυτό ακριβώς είναι το πλεονέκτημα που διατηρεί ο Τραμπ στη νέα πολιτική πραγματικότητα. Παρά τον έλεγχο και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, εκείνοι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες ψήφους για να ανατρέψουν ένα προεδρικό βέτο.

Κατά συνέπεια, ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να εμποδίσει την προώθηση νομοσχεδίων που συγκρούονται με τις πολιτικές του προτεραιότητες, ακόμη κι αν έχουν εγκριθεί από το Κογκρέσο.

Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν άλλα μέσα για να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση. Μέσω ακροάσεων, κοινοβουλευτικών ερευνών και ελέγχου των κυβερνητικών αποφάσεων μπορούν να αναδείξουν προβλήματα, να αμφισβητήσουν επιλογές του Λευκού Οίκου και να προκαλέσουν πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Παράλληλα, ο έλεγχος των διαδικασιών που σχετίζονται με τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό μέσο παρέμβασης στη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας.

Το βέτο ως διαπραγματευτικό όπλο του Λευκού Οίκου

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, το συγκεκριμένο συνταγματικό δικαίωμα δεν περιορίζεται στην απόρριψη νομοσχεδίων. Μπορεί να αξιοποιηθεί και ως μέσο πολιτικής πίεσης, ακόμη και πριν μια νομοθετική πρωτοβουλία φτάσει στο γραφείο του.

Εάν οι Δημοκρατικοί προωθήσουν προτάσεις που έρχονται σε αντίθεση με την κυβερνητική ατζέντα, ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να προειδοποιήσει ότι θα ασκήσει βέτο. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιδιώξει αλλαγές στο περιεχόμενο των νομοσχεδίων ή να αναγκάσει τους πολιτικούς του αντιπάλους να αναζητήσουν συμβιβασμό.

Ο ίδιος έχει περιγράψει αυτή την τακτική, υποστηρίζοντας ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση του βέτο μπορεί να οδηγήσει τελικά τους Δημοκρατικούς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

«Ιστορικά, ασκείς βέτο για μερικούς μήνες και μετά έρχονται και λένε: “Πρέπει να κάνουμε μια συμφωνία”», δήλωσε στη συνέντευξή του στο CBS News.

Η συγκεκριμένη στρατηγική, ωστόσο, ενέχει και σημαντικούς κινδύνους. Η συνεχής απόρριψη νομοθετικών πρωτοβουλιών μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη σύγκρουση μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου, καθιστώντας δυσκολότερη ακόμη και την έγκριση μέτρων στα οποία θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.

Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να επηρεάσει κρίσιμες λειτουργίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, από την εξασφάλιση χρηματοδότησης για δημόσιες υπηρεσίες μέχρι την έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού.

Το νέο πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ διαμορφώνει, επομένως, μια δύσκολη ισορροπία: οι Δημοκρατικοί έχουν πλέον τη δυνατότητα να ελέγχουν και να περιορίζουν τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, όμως ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό συνταγματικό μέσο για να ανακόπτει τη νομοθετική τους δράση.

 

Επιμέλεια: Συντακτική Ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Ο Τραμπ το παραδέχθηκε: Αληθεύει ότι σε μεγάλο βαθμό ο πόλεμος στο Ιράν ευθύνεται για την ήττα μας στις ενδιάμεσες εκλογές

Λίγη ώρα μετά την εκτίμηση του Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς,

Γεωργία: Φωτιά σε κτίριο τηλεοπτικού σταθμού – Εγκλωβίστηκαν 22 δημοσιογράφοι του Formula (vid)

Συναγερμός σήμανε την Τετάρτη (4/11) στη Γεωργία, όταν πυρκαγιά εκδηλώθηκε

Ιράν: «Δεν ανοίγουμε το Ορμούζ αν δεν ικανοποιηθούν και οι 7 όροι μας» – Νέα προειδοποίηση στις ΗΠΑ

Αμετακίνητη εμφανίζεται η ιρανική ηγεσία στο ζήτημα των Στενών του

Ινδονησία: Φονική συντριβή ελικοπτέρου την ώρα της κατάσβεσης – Δύο νεκροί και ένας αγνοούμενος

Τραγική κατάληξη είχε επιχείρηση αεροπυρόσβεσης στην Ινδονησία, όταν στρατιωτικό ελικόπτερο

Έκθεση-καταπέλτης της Κομισιόν για την Τουρκία: Τριπλή «καμπάνα» για το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και casus belli

Σαφείς αιχμές για την τουρκική στάση απέναντι στην Ελλάδα και