Σε τροχιά επικίνδυνης κλιμάκωσης εισέρχεται εκ νέου η πολεμική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, μετά την κατάρρευση της πρόσφατης εκεχειρίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε αυστηρή προειδοποίηση στην Τεχεράνη, ξεκαθαρίζοντας ότι αν η ιρανική πλευρά δεν προσέλθει άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα ξεκινήσουν εκτεταμένους βομβαρδισμούς σε κρίσιμες μη στρατιωτικές υποδομές της χώρας.
Ερωτηθείς από δημοσιογράφους σχετικά με το χρονικό περιθώριο που δίνει στην Τεχεράνη προτού ξεκινήσουν οι πλήξεις σε γέφυρες, ο Τραμπ δήλωσε χαρακτηριστικά πως δεν του αρέσει να θέτει συγκεκριμένες προθεσμίες, προσθέτοντας ωστόσο με νόημα ότι οι Ιρανοί «ξέρουν καλά πώς πάει το πράγμα» και ότι θα ήταν «καλύτερα να φερθούν σωστά».
Η δήλωση αυτή ήρθε σε συνέχεια της συνέντευξης που παραχώρησε ο Αμερικανός πρόεδρος στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News. Εκεί, ο Τραμπ περιέγραψε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επιθέσεων, απειλώντας ότι από την επόμενη εβδομάδα θα μπουν στο στόχαστρο οι ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί του Ιράν και τη μεθεπόμενη θα ακολουθήσουν οι γέφυρες, εάν δεν επιτευχθεί μια νέα «συμφωνία».
«Τα πράγματα θα πάνε αληθινά άσχημα γι’ αυτούς», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να ασκήσει τη μέγιστη δυνατή πίεση στην ιρανική ηγεσία εν μέσω των συνεχιζόμενων ανταλλαγών πυρών.
Η απάντηση Γαλιμπάφ: «Δεν θα εμμείνουμε σε συμφωνία χωρίς οφέλη»
Από την πλευρά της Τεχεράνης, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής των διαπραγματευτών, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, έστειλε το δικό του σκληρό μήνυμα μέσω της πλατφόρμας Telegram.
Ο Γαλιμπάφ ξεκαθάρισε ότι το Ιράν δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να τηρεί το «Μνημόνιο Συνεννόησης» (MoU) με τις ΗΠΑ, από τη στιγμή που η χώρα του δεν αποκομίζει κανένα οικονομικό ή πολιτικό όφελος από αυτό.
Παράλληλα, τόνισε ότι η εθνική ασφάλεια του Ιράν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διατήρηση των «ιρανικών διευθετήσεων» στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, η διαχείριση των οποίων αποτελεί το βασικό σημείο τριβής μεταξύ των δύο πλευρών.
Παρά την πολεμική ρητορική, ο Ιρανός πολιτικός απέφυγε να κλείσει εντελώς την πόρτα του διαλόγου. Διευκρίνισε ότι η επιλογή των διαπραγματεύσεων σε αυτή τη φάση δεν αποτελεί ένδειξη συμβιβασμού ή αδυναμίας, αλλά είναι μέρος μιας ευρύτερης «στρατηγικής αντίστασης» για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, η οποία μπορεί να διεξάγεται παράλληλα με τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατέληξε μάλιστα λέγοντας ότι ο δογματικός διαχωρισμός ανάμεσα στον πόλεμο και τη διπλωματία ως μοναδικές λύσεις αποτελεί ένα σοβαρό «στρατηγικό λάθος» που η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να διαπράξει.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

