Ημέρα μαζικών διαδηλώσεων είναι η 18η Οκτωβρίου για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς εκατομμύρια πολίτες βγαίνουν στους δρόμους με σύνθημα “No Kings”, καταγγέλλοντας την αυταρχική άσκηση εξουσίας από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Οι κινητοποιήσεις, που οργανώνονται από τη συμμαχία 50501 και περισσότερες από 300 οργανώσεις, πραγματοποιούνται σε πάνω από 2.500 σημεία σε όλες τις Πολιτείες, από τη Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο μέχρι την αμερικανική ύπαιθρο.
Στο Φόρεστ Χιλς της Νέας Υόρκης, χιλιάδες συγκεντρώθηκαν από το μεσημέρι, φωνάζοντας «αγαπάμε τη χώρα μας, δεν ανεχόμαστε τον Τραμπ». Αντίστοιχες εικόνες καταγράφονται και κοντά στην κατοικία του προέδρου στο Μαρ-α-Λάγκο, όπου διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν σε απόσταση μόλις τεσσάρων μιλίων.
Οι διαδηλώσεις “No Kings” ξεκίνησαν τον Ιούνιο, την ημέρα που ο Τραμπ πραγματοποίησε στρατιωτική παρέλαση στην Ουάσινγκτον. Η σημερινή κινητοποίηση θεωρείται η μεγαλύτερη συντονισμένη διαμαρτυρία στην ιστορία των ΗΠΑ, με τους διοργανωτές να τονίζουν ότι στόχος είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου.
Η αμερικανική δεξιά καταγγέλλει τις κινητοποιήσεις ως «μίσους κατά της Αμερικής», με τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων να κάνει λόγο για «οπαδούς της Χαμάς και των αντίφα», ενώ ο Ρεπουμπλικανός Τομ Εμερ χαρακτήρισε τις διαδηλώσεις «τρομοκρατική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος».
Από την πλευρά τους, Δημοκρατικοί αξιωματούχοι όπως ο Τσακ Σούμερ και η Κάμαλα Χάρις καλούν τους πολίτες να μην εκφοβίζονται και να «κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί». Στο πλευρό των διαδηλωτών και ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, που συμμετείχε σε κάλεσμα μέσω social media.
Παρά τις προσπάθειες ορισμένων μέσων να παρουσιάσουν τις κινητοποιήσεις ως βίαιες, οι διοργανωτές επισημαίνουν ότι οι προηγούμενες συγκεντρώσεις ήταν ειρηνικές, με τα ελάχιστα περιστατικά βίας να αφορούν επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών ή αντιδιαδηλωτές.
Οι διαδηλώσεις συνεχίζονται σε όλη τη χώρα, με το κίτρινο χρώμα της «αντίστασης» να κυριαρχεί στους δρόμους, ως σύμβολο ενότητας και ειρηνικής αντίδρασης απέναντι σε αυτό που οι συμμετέχοντες περιγράφουν ως «απειλή για τη δημοκρατία».



