Οκτώ παιδιά ηλικίας από 1 έως 14 ετών έχασαν τη ζωή τους σε ενδοοικογενειακή ένοπλη επίθεση που σημειώθηκε τα ξημερώματα της Κυριακής σε δύο σπίτια στο Σρίβπορτ της Λουιζιάνα. Το περιστατικό καταγράφεται ως η πιο αιματηρή μαζική επίθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Ιανουάριο του 2024.
Ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας του Σριβπορτ, Κρις Μπορντελόν, δήλωσε το βράδυ της Κυριακής ότι ο ύποπτος, Σαμάρ Ελκινς, πυροβόλησε πρώτα τη μητέρα και στη συνέχεια σκότωσε οκτώ παιδιά, εκ των οποίων τα επτά ήταν δικά του.
Ο δράστης έχασε τη ζωή του λίγο αργότερα μετά από καταδίωξη της αστυνομίας.
Ο Μπορντελόν ανέφερε ότι, παρότι η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, οι αρχές θεωρούν πως πρόκειται «αποκλειστικά για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας».
Σύμφωνα με τις αρχές, ο ύποπτος είχε συλληφθεί το 2019 για υπόθεση οπλοκατοχής, ωστόσο δεν υπήρχαν γνωστές αναφορές για άλλες υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.
Πώς εξελίχθηκε η τραγωδία
Η ένοπλη επίθεση σημειώθηκε λίγο μετά τις 6 π.μ. (τοπική ώρα) της Κυριακής και θεωρείται ενδοοικογενειακή διένεξη.
Σύμφωνα με την αστυνομία, η επίθεση ξεκίνησε όταν ο δράστης πυροβόλησε μια γυναίκα σε ένα σπίτι και στη συνέχεια μετέβη σε δεύτερη κατοικία, όπου διαπράχθηκε η μαζική δολοφονία.
Επτά παιδιά σκοτώθηκαν μέσα στο δεύτερο σπίτι, ενώ ένα ακόμη εντοπίστηκε νεκρό στην οροφή, πιθανότατα στην προσπάθειά του να διαφύγει.
Ο ύποπτος μετά την ένοπλη επίθεση κατέλαβε ένα αυτοκίνητο και πέθανε από πυρά της αστυνομίας που έβαλε κατά του οχήματος στο οποίο επέβαινε κατά τη διάρκεια της καταδίωξης του, δήλωσε ο Μπόρντελον. Η αστυνομία διερευνά την υπόθεση πυροβολισμού που δέχθηκε το εν λόγω άτομο από αστυνομικό, δήλωσε η εκπρόσωπος Κέιτ Στίγκαλ.
Ο Μπόρντελον δήλωσε ότι το όνομα του ύποπτου θα δημοσιοποιηθεί μόλις το αστυνομικό τμήμα ειδοποιήσει τις οικογένειες των θυμάτων.
«Γνωρίζουμε ότι μερικά από τα παιδιά που βρίσκονταν μέσα ήταν απόγονοί του», είπε ο Μπόρντελον.
«Αυτή είναι μια τραγική κατάσταση, ίσως η χειρότερη τραγική κατάσταση που είχαμε ποτέ», δήλωσε ο δήμαρχος του Σρίβπορτ, Τομ Αρσενό.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ και ΕΡΤ



