Νέα στοιχεία βλέπουν το φως της δημοσιότητας για την υπόθεση που έχει συγκλονίσει τις ΗΠΑ, με τη 44χρονη Σάρα Μάιερς και τη 64χρονη μητέρα της, Έιμι Στέντμαν, να κατηγορούνται ότι σκότωσαν τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας στο Μηκάνικβιλ της πολιτείας της Νέας Υόρκης, πριν βάλουν τέλος στη ζωή τους.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές Αρχές, οι δύο γυναίκες προετοίμαζαν το σχέδιό τους επί αρκετές ημέρες, προμηθευόμενες μεγάλες ποσότητες υπνωτικών φαρμάκων, ενώ ο πατέρας των παιδιών, Μπρέιντι Χάρμον, συνέχιζε να επικοινωνεί με την πρώην σύζυγό του, χωρίς να γνωρίζει τι είχε συμβεί.
Το τελευταίο μήνυμα που έλαβε από τη Σάρα Μάιερς, στις 10 Ιουνίου, ανέφερε ότι τα παιδιά ήταν άρρωστα και ζητούσε να μετατεθεί για την επόμενη ημέρα η προγραμματισμένη βιντεοκλήση.
«Τα παιδιά έχουν μια μικρή ίωση στο στομάχι και κάνουν εμετούς. Μπορούμε να μεταφέρουμε τη διαδικτυακή σας συνομιλία για αύριο στις 4 μ.μ.;», έγραφε το μήνυμα.
Ο Μπρέιντι Χάρμον, που βρισκόταν στη Γιούτα, απάντησε χωρίς να υποψιάζεται το παραμικρό: «Εντάξει, θα συνεχίσω να βάφω τότε. Ελπίζω να γίνουν σύντομα καλά».
Την επόμενη ημέρα επιχείρησε ξανά να επικοινωνήσει μαζί τους, ρωτώντας αν τα παιδιά αισθάνονταν καλύτερα, όμως ούτε το μήνυμα ούτε η προγραμματισμένη βιντεοκλήση έλαβαν ποτέ απάντηση. Όπως διαπίστωσαν αργότερα οι ερευνητές, μέχρι εκείνη τη στιγμή η μητέρα, η γιαγιά και τα τέσσερα παιδιά είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους μέσα στο διαμέρισμα.

Οι Αρχές: Το σχέδιο είχε οργανωθεί από τις αρχές Ιουνίου
Ο επικεφαλής της Αστυνομίας του Μηκάνικβιλ, Μπιλ Ράμπιτ, δήλωσε ότι η έρευνα έδειξε πως η Σάρα Μάιερς και η Έιμι Στέντμαν είχαν ξεκινήσει την προετοιμασία του εγκλήματος τουλάχιστον από τις 5 Ιουνίου.
Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι η 64χρονη είχε προμηθευτεί μεγάλες ποσότητες υπνωτικών φαρμάκων από διαφορετικά φαρμακεία, ενώ στα ευρήματα της έρευνας περιλαμβάνονται και μηνύματα μεταξύ των δύο γυναικών. Σε αυτά, σύμφωνα με τις Αρχές, συζητούσαν τον τρόπο προμήθειας των φαρμάκων, τη διαδικασία χορήγησής τους στα παιδιά, το σημείο όπου θα πραγματοποιούνταν οι δολοφονίες, αλλά και πώς θα απέφευγαν να κινήσουν υποψίες.
Προετοίμαζε τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδιών
Παράλληλα, η Σάρα Μάιερς συνέχιζε να ανταλλάσσει μηνύματα με τον πρώην σύζυγό της σχετικά με την προγραμματισμένη δίμηνη παραμονή των παιδιών στη Γιούτα, που επρόκειτο να ξεκινήσει την 1η Ιουλίου.
Σε συνομιλίες τους συζητούσαν τις ώρες επικοινωνίας μέσω βιντεοκλήσεων, τα γενέθλια των παιδιών, αλλά και ζητήματα όπως η καταβολή της διατροφής και η αγορά αθλητικών παπουτσιών.
Στις 7 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η τελευταία βιντεοκλήση του Μπρέιντι Χάρμον με τα παιδιά του, διάρκειας περίπου 17 λεπτών.
«Έμοιαζαν χαρούμενα παιδιά», ανέφερε αργότερα ο ίδιος, εμφανώς συντετριμμένος.
Μία ημέρα αργότερα ζήτησε πληροφορίες για τα ενδιαφέροντα και τις δραστηριότητες κάθε παιδιού, εξηγώντας ότι ήθελε να οργανώσει ένα όμορφο καλοκαίρι μαζί τους, να περάσουν χρόνο στη φύση και να δημιουργήσουν νέες οικογενειακές αναμνήσεις.

Τα σημειώματα που εντόπισαν οι ερευνητές
Κατά τις έρευνες στο διαμέρισμα, οι αστυνομικοί βρήκαν χειρόγραφα σημειώματα που αποδίδονται στις δύο γυναίκες.
Σε ένα από αυτά, που φέρεται να έγραψε η Έιμι Στέντμαν, αναλάμβανε την ευθύνη για όσα συνέβησαν, υποστηρίζοντας ότι πίστευε πως μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να προστατεύσει τα παιδιά από υποτιθέμενη κακοποίηση στη Γιούτα.
Παράλληλα, βρέθηκαν και επιστολές που αποδίδονται στη Σάρα Μάιερς, στις οποίες γίνονταν αναφορές στα «μωρά μου», ενώ διατυπώνονταν καταγγελίες κατά του οικογενειακού δικαστηρίου της Γιούτα και ισχυρισμοί περί κακοποίησης.
Ωστόσο, ο αρχηγός της Αστυνομίας ξεκαθάρισε ότι οι Αρχές δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν ανεξάρτητα τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς.
Η συγκλονιστική ανάρτηση του πατέρα
Ο Μπρέιντι Χάρμον απέρριψε κατηγορηματικά κάθε κατηγορία σε βάρος του και, δημοσιοποιώντας τα τελευταία μηνύματα που είχε ανταλλάξει με την πρώην σύζυγό του, εξέφρασε την οδύνη του.
Όπως ανέφερε, δεν μπορεί να δεχθεί ότι η δολοφονία των παιδιών παρουσιάζεται ως πράξη προστασίας, τονίζοντας πως τα τέσσερα παιδιά προδόθηκαν από εκείνους που όφειλαν να τα φροντίζουν.
«Τα παιδιά μου δεν ήταν πιόνια που έπρεπε να θυσιαστούν. Ήταν τέσσερις μοναδικοί άνθρωποι, με όνειρα, προσωπικότητα και μια οικογένεια που ανυπομονούσε να τα αγκαλιάσει. Πίστευα ότι ετοιμαζόμουν να τα υποδεχθώ στο σπίτι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επιμέλεια: Συντακτική Ομάδα
