Ο εξάμηνος πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν έχει κοστίσει μέχρι στιγμής περίπου 38 δισ. δολάρια, ενώ το συνολικό ποσό αναμένεται να αυξάνεται κατά περίπου 3 δισ. δολάρια κάθε μήνα, σύμφωνα με νέα εκτίμηση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO).
Η ανάλυση, η οποία καλύπτει τις δαπάνες έως την 1η Αυγούστου, εκτιμά παράλληλα ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης θα είναι αισθητές και στην αμερικανική οικονομία. Ειδικότερα, ο πόλεμος αναμένεται να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,5% κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2027.
Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους συνδέεται με την ταχεία κατανάλωση πυρομαχικών και προηγμένων οπλικών συστημάτων. Το CBO εκτιμά ότι ενδέχεται να απαιτηθούν έως και πέντε χρόνια για την πλήρη αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα του Reuters, οι ΗΠΑ είχαν χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς.
Το οικονομικό κόστος προσεγγίζει τα 37,5 δισ. δολάρια που είχε αναφέρει τον Ιούλιο ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ σε ακρόαση στη Γερουσία. Ο ίδιος είχε ζητήσει έκτακτη χρηματοδότηση σχεδόν 90 δισ. δολαρίων για την αναπλήρωση των αποθεμάτων πυρομαχικών, προειδοποιώντας για «κρίσιμες ελλείψεις».
Σύμφωνα με το BBC ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υποστηρίξει ότι τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ είναι «σχεδόν απεριόριστα», χαρακτηρίζοντας «fake news» τις αναφορές περί ελλείψεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ανεξάρτητο ελεγκτικό μηχανισμό του Πενταγώνου, οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις δαπάνησαν περισσότερα από 22 δισ. δολάρια σε πυρομαχικά από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο, γεγονός που οδήγησε σε «στρατηγικές ελλείψεις αποθεμάτων».
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι επιπτώσεις στην επιχειρησιακή ετοιμότητα των ΗΠΑ. Η έλλειψη κρίσιμων πυρομαχικών και αναχαιτιστικών πυραύλων ενδέχεται, σύμφωνα με το CBO, να περιορίσει τη δυνατότητα του Πενταγώνου να ανταποκριθεί σε μια νέα μεγάλη σύγκρουση, όπως ενδεχόμενες εχθροπραξίες που θα αφορούσαν την Κίνα και την Ταϊβάν.
Παράλληλα, οι επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ και σε ενεργειακές εγκαταστάσεις χωρών του Κόλπου έχουν προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Μέσω των Στενών διακινούνταν πριν από τον πόλεμο περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, γεγονός που έχει ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές.
Η έκθεση δεν περιλαμβάνει το κόστος πρόσφατων επιθέσεων σε εμπορικά πλοία και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ούτε τα έξοδα δανεισμού για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
Οι πρόσθετες αυτές επιβαρύνσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν το συνολικό κόστος κατά δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, σε μια περίοδο κατά την οποία το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ήδη ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.
Να σημειωθεί ότι μεταξύ των απωλειών περιλαμβάνονται τέσσερα μαχητικά F-15E, ένα προηγμένο μαχητικό F-35 Joint Strike Fighter και 30 μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9, τα οποία καταστράφηκαν, σύμφωνα με την έκθεση, υπό «διάφορες συνθήκες».