Κλιμακώνουν την πίεση προς όσους τροφοδοτούν τον εμφύλιο πόλεμο στο Σουδάν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανακοινώνοντας νέες κυρώσεις σε πρόσωπα και οργανισμούς που κατηγορούνται ότι προμηθεύουν με όπλα, εκρηκτικά και ξένους μαχητές τόσο τον σουδανικό στρατό όσο και τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF). Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι τα δίκτυα αυτά συνέβαλαν στην παράταση και την ένταση της σύγκρουσης, η οποία έχει εξελιχθεί σε μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως.
Ο πόλεμος που ξέσπασε το 2023 μεταξύ του στρατηγού Άμπντελ Φάταχ αλ Μπουρχάν και του άλλοτε συμμάχου του, στρατηγού Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκλό, έχει προκαλέσει δεκάδες χιλιάδες θανάτους και έχει εκτοπίσει περισσότερους από 12 εκατομμύρια ανθρώπους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Η σύγκρουση έχει μετατραπεί σε ένα περίπλοκο πλέγμα συμφερόντων, με περιφερειακές δυνάμεις να κατηγορούνται ότι στηρίζουν έμμεσα τις εμπόλεμες πλευρές.
Στον νέο κατάλογο κυρώσεων περιλαμβάνονται δύο εταιρείες συνδεδεμένες με τη στρατιωτική βιομηχανία του Σουδάν. Μία από αυτές φέρεται να προμηθεύτηκε στολές και εξοπλισμό από εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για λογαριασμό της σουδανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, τέτοιου είδους δίκτυα «επέτρεψαν στις δύο πλευρές να εντείνουν τον πόλεμο, αποσταθεροποιώντας περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη περιοχή».
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε χαρακτηρίσει πρόσφατα τη σύγκρουση «πόλεμο δια αντιπροσώπων», αναφέροντας ότι χώρες όπως τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία εμπλέκονται έμμεσα μέσω υποστήριξης σε αντίπαλες πλευρές. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να περιορίσει αυτή τη ροή πόρων, ελπίζοντας ότι οι κυρώσεις θα συμβάλουν στη μείωση της έντασης και θα ανοίξουν τον δρόμο για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Παρά τις διεθνείς προσπάθειες, η κατάσταση στο Σουδάν παραμένει εξαιρετικά ασταθής, με τις μάχες να συνεχίζονται και τις ανθρωπιστικές ανάγκες να αυξάνονται δραματικά.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


