Έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής αλλά και σε διεθνές επίπεδο έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για το ενδεχόμενο πώλησης μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία. Τόσο Δημοκρατικοί όσο και Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες εναντιώνονται σφόδρα σε αυτή την προοπτική, καλώντας τον Λευκό Οίκο να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση.
Κατά τη συνάντηση που είχε στην Άγκυρα με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να άρουν τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στην Τουρκία βάσει του νόμου CAATSA. Με τον τρόπο αυτό άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης της διαδικασίας για την προμήθεια των μαχητικών πέμπτης γενιάς. Η απάντηση του Κογκρέσου ήταν άμεση, καθώς ομάδα Δημοκρατικών βουλευτών κατέθεσε ψήφισμα αποδοκιμασίας, ενώ ακολούθησε και σχετική επιστολή διαμαρτυρίας από Ρεπουμπλικανούς συναδέλφους τους.
Στην Ουάσιγκτον εκτιμάται ότι η υλοποίηση της επιθυμίας του Αμερικανού προέδρου είναι νομικά και πολιτικά εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η ισχύουσα νομοθεσία δεν του επιτρέπει να αποφασίσει μονομερώς. Για να ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση, πρέπει να ξεπεραστούν τρία συγκεκριμένα αγκάθια: η Τουρκία να απομακρύνει οριστικά το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, και οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών των ΗΠΑ να πιστοποιήσουν εγγράφως στο Κογκρέσο ότι το σύστημα δεν υφίσταται πλέον σε τουρκικό έδαφος, παρέχοντας παράλληλα αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξει μελλοντική επανενεργοποίησή του. Αξίζει να σημειωθεί ότι καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των περιορισμών είχε παίξει ο νυν υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, από την εποχή που διατελούσε γερουσιαστής.
Παράλληλα, 18 μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου, με πρωτοβουλία της Δημοκρατικής βουλευτή Ντίνας Τάιτους, απέστειλαν επιστολή προς την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων ζητώντας να μπλοκαριστεί κάθε κυβερνητική προσπάθεια παράδοσης των F-35 στην Άγκυρα. Οι βουλευτές υπογραμμίζουν ότι η Τουρκία αποκλείστηκε το 2019 επειδή η ταυτόχρονη χρήση των S-400 θα έθετε σε κίνδυνο ευαίσθητα τεχνολογικά δεδομένα του αμερικανικού μαχητικού, ενώ σημειώνουν ότι μια ενδεχόμενη επανένταξη θα αποτελούσε ευθεία παραβίαση του νόμου, καθώς δεν προκύπτει από πουθενά ότι η Άγκυρα έχει αποσύρει το ρωσικό σύστημα.
Πέραν του νομικού σκέλους, η επιστολή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και για τις γεωπολιτικές συνέπειες. Γίνεται ειδική αναφορά στην τουρκική προκλητικότητα απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, στη στρατιωτική στήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν και στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Οι νομοθέτες καταλήγουν ότι η παράδοση ενός τόσο προηγμένου οπλικού συστήματος θα ενθάρρυνε αποσταθεροποιητικές συμπεριφορές στην περιοχή και θα έπληττε ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία των ΗΠΑ απέναντι στους υπόλοιπους συμμάχους τους.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

