Τα σημαντικά κενά στις επιθεωρήσεις και στις επιχειρήσεις παρακολούθησης των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, αποκαλύπτει νέα έκθεση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, επισημαίνοντας πως παραμένει ασαφής η κατάσταση στις εγκαταστάσεις του Ισφαχάν, καθώς εδώ και έξι μήνες, η υπηρεσία αδυνατεί να επαληθεύσει επιτόπου τις δραστηριότητες στην περιοχή.
Σύμφωνα με την έκθεση, την οποία έφερε στη δημοσιότητα το Al Arabiya, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας επιβεβαιώνει ότι από τον περασμένο Φεβρουάριο δεν έχει πραγματοποιήσει καμία επιτόπια έρευνα σε πυρηνική εγκατάσταση του Ιράν, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητά της να αξιολογήσει τις εξελίξεις στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.
Στην έκθεση επισημαίνεται ακόμη ότι η υπηρεσία δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη λειτουργία των ιρανικών φυγοκεντρητών, ενώ δεν γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η κατάσταση στις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου στο Ισφαχάν.
Άγνωστη η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου
Οι αποκαλύψεις έρχονται μετά τις αναφορές του γενικού διευθυντή της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι ότι το Ιράν εξακολουθεί να αρνείται να συνεργαστεί με τους επιθεωρητές και δεν παρέχει στοιχεία για τα αμφιλεγόμενα αποθέματά του σε εμπλουτισμένο ουράνιο, εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Τεχεράνη δεν έχει διαβιβάσει στην υπηρεσία, η οποία εδρεύει στη Βιέννη, καμία πληροφορία σχετικά με περίπου 440 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου. Σύμφωνα με ειδικούς, η συγκεκριμένη ποσότητα θα μπορούσε να επαρκέσει για την κατασκευή αρκετών πυρηνικών όπλων, εφόσον το ήδη υψηλά εμπλουτισμένο υλικό έφτανε σε ελαφρώς μεγαλύτερο βαθμό καθαρότητας.
Πριν από τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ τον Ιούνιο του 2025, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας εκτιμούσε ότι το Ιράν διέθετε περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%. Το επίπεδο αυτό βρίσκεται κοντά στο 90% που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικού όπλου και υπερβαίνει κατά πολύ το ανώτατο όριο του 3,67% που προέβλεπε η συμφωνία του 2015 ανάμεσα στο Ιράν και τις μεγάλες δυνάμεις.
Ωστόσο, η τύχη του συγκεκριμένου αποθέματος παραμένει άγνωστη από τον Ιούνιο του 2025.
