Μια σαφή διαφοροποίηση από την αρχική γραμμή του κόμματός του στο Μεσανατολικό σηματοδότησε ο Άντι Μπέρναμ, ο οποίος θεωρείται ο επικρατέστερος διάδοχος του Κιρ Στάρμερ στην ηγεσία των Εργατικών και στην πρωθυπουργία της Βρετανίας, ζητώντας δημόσια συγγνώμη για τους χειρισμούς που έγιναν στην αρχή του πολέμου. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα The Guardian, ο Μπέρναμ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η αντίδραση της παράταξής του δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και υπογράμμισε την ανάγκη το Λονδίνο να ασκήσει πλέον πολύ μεγαλύτερη πίεση προς την ισραηλινή κυβέρνηση.
Ο πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς, που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 2023 μετά την πολύνεκρη επίθεση της ισλαμιστικής οργάνωσης, αποτελούσε επί μήνες σημείο έντονων τριβών στο εσωτερικό των Εργατικών. Πολλά στελέχη και ψηφοφόροι της προοδευτικής πτέρυγας κατηγορούσαν τον Στάρμερ – ο οποίος πρόσφατα παραιτήθηκε από την ηγεσία – για υπερβολικά διαλλακτική στάση, κυρίως λόγω της αρχικής του άρνησης να στηρίξει τις εκκλήσεις για άμεση κατάπαυση του πυρός. Η δυσαρέσκεια αυτή οδήγησε μάλιστα μέρος της εκλογικής βάσης του κόμματος προς τους Πράσινους.
Ο Μπέρναμ παραδέχτηκε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο καθυστέρησε σημαντικά να ζητήσει εκεχειρία και τόνισε ότι η κατάσταση στη Γάζα αποτελεί πληγή για τη συλλογική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την εξέταση νέων κυρώσεων, καθώς και την επιβολή απαγόρευσης στο εμπόριο προϊόντων που προέρχονται από τους παράνομους εβραϊκούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη. Παράλληλα, πάντως, ξεκαθάρισε ότι η προσέγγιση του θα χαρακτηρίζεται από μηδενική ανοχή απέναντι στον αντισημιτισμό, επιδιώκοντας μια δίκαιη και ισορροπημένη στάση.
Αν και η κυβέρνηση των Εργατικών είχε προχωρήσει από το 2024 σε ορισμένα βήματα – όπως η επιβολή κυρώσεων σε Ισραηλινούς υπουργούς για τη βία των εποίκων, το πάγωμα των εμπορικών συνομιλιών και η επίσημη αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης – ο Μπέρναμ θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να ενισχυθούν. Ερωτηθείς για τις κατηγορίες περί γενοκτονίας, ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ απέφυγε να υιοθετήσει τον όρο, επισημαίνοντας ωστόσο ότι υπάρχουν ολοένα και περισσότερες αποδείξεις για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου, η τελική κρίση για τα οποία ανήκει αποκλειστικά στα διεθνή δικαστήρια.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα
