Ταινίες Πρώτης Προβολής: Ανθρώπινες ιστορίες απέναντι σε θρίλερ

22 Οκτωβρίου 2026, 9:10
Χρόνος ανάγνωσης 47 λεπτά

Ένα ακόμη πλούσιο κινηματογραφικό επταήμερο ξεκινά απόψε. Από τις συνολικά εννέα ταινίες, οι τέσσερις έχουν στο επίκεντρό τους την ανθρωπιά και ζητήματα που χαράσσουν την ιστορία μας και απέναντί τους τέσσερα θρίλερ, με δόσεις τρόμου, για διασκέδαση, ενώ υπάρχει και το απαραίτητο παιδικό animation.

Ξεχωρίζουν τα φιλμ «Βασίλισσα στη Θάλασσα», ένα δράμα με Ζιλιέτ Μπινός και Τομ Κόρτνεϊ, το αξιοπερίεργο φιλανδικό μουσικό δράμα «Ένα Φως που Δεν Σβήνει», το δεύτερο μέρος του ιστορικού έπους «Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία», το ελληνικό ντοκιμαντέρ «Αλλού ο Δρόμος».

Mε προσδοκίες, για καλές επιδόσεις στα ταμεία, έρχεται και η πρώτη υπερηρωϊκή ταινία τρόμου «Clayface», με την υπογραφή των DC Studios.

Βασίλισσα στη Θάλασσα

(“Queen at Sea”) Δραματική ταινία, αμερικάνικης και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Λανς Χάμερ, με τους Ζιλιέτ Μπινός, Τομ Κόρτνεϊ, ‘Αννα Κόλντερ Μάρσαλ, Φλόρενς Χαντ κ.ά.

Η βεβαιότητα ότι βλέπουμε μια ευρωπαϊκή ταινία, λόγω ύφους, κινηματογράφησης, σεναρίου και ηθοποιών, δεν ισχύει, καθώς το ψυχολογικό δράμα του Αμερικάνου Λανς Χάμερ, που είναι και αμερικάνικης παραγωγής, είναι απλώς γυρισμένο στο Λονδίνο, ενώ θα μπορούσε να είναι και σε οποιαδήποτε άλλη μεγαλούπολη του δυτικού κόσμου.

‘Αλλωστε το, βραβευμένο στο φεστιβάλ Βερολίνου, φιλμ του ανεξάρτητου Αμερικάνου σκηνοθέτη και πρώην διευθυντή οπτικών εφέ, που έμεινε μακριά από τη σκηνοθεσία για 18 ολόκληρα χρόνια, έπειτα από το πολυβραβευμένο «Ballast», αμφισβητεί βεβαιότητες και θέτει ηθικά διλήμματα.

Αμφισβητεί βεβαιότητες, για τους ανθρώπους με άνοια και για τη ζωή τους, που καθορίζεται από τρίτους και θέτει σκληρά διλήμματα για το αν μπορεί να αποφασίζουν οι ίδιοι για την ερωτική τους επιθυμία, τη σωματική οικειότητα, όταν αυτή έρχεται σε αντίθεση με την έλλειψη νομικής και νοητικής συναίνεσης.

Με συνδετικό κρίκο μία ηλικιωμένη γυναίκα, σύζυγο, μητέρα και γιαγιά, σε άνοια, ο Χάμερ δημιουργεί ένα ευαίσθητο και συνάμα σκληρό ανθρώπινο δράμα, οικείο και απογυμνωμένο από μελοδραματισμούς, σκιαγραφώντας τη φορτισμένη ψυχολογική σχέση τριών γενιών και φωτίζει την απόσταση που τους χωρίζει.

Η Αμάντα, μια 50χρονη καθηγήτρια, χωρισμένη, μητέρα της έφηβης Σάρα, αλλά και «κηδεμόνας» της 80χρονης μητέρας της Λέσλι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια, μετακομίζει στο Λονδίνο για να βρίσκεται κοντά της, αρνούμενη να εμπιστευτεί πλήρως τον 85χρονο πατριό της, Μάρτιν. Η Λέσλι, θα έπρεπε να βρίσκεται σε κάποιον οίκο ευγηρίας, αλλά ο Μάρτιν αρνείται κατηγορηματικά, καθώς παραμένει ερωτευμένος με τη γυναίκα του και θέλει ο ίδιος να τη φροντίζει, να πηγαίνουν βόλτα χέρι-χέρι στο πάρκο. Όμως, θέλει να κάνουν και σεξ, θεωρητικά με τη συναίνεση της Λέσλι, κάτι, όμως, που σκανδαλίζει την Αμάντα, πιστεύοντας ότι η μητέρα της δεν είναι σε θέση να δώσει συνειδητή συγκατάθεση. Αν και ο Μάρτιν ισχυρίζεται ότι έχει ένα δέσιμο και μια επικοινωνία με τη σύζυγό του, που κανένας άλλος δεν μπορεί να κρίνει και να καταλάβει, η Αμάντα πιστεύει ότι η ερωτική τους σχέση είναι βιασμός. Τον καταγγέλλει στην αστυνομία, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις κι ενώ παράλληλα, η κόρη της Σάρα γνωρίζει για πρώτη φορά τη σεξουαλική αφύπνιση, ακόμη ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει να αφιερωθεί η Αμάντα.

Περίτεχνο και συνάμα αφοπλιστικά ωμό ψυχολογικό δράμα, που θέτει σχεδόν αναπάντητα ερωτήματα από την πολυπλοκότητά τους και αντιμετωπίζει με σεβασμό και τους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας του, αλλά και τις ιδέες τους ή τα πιστεύω τους. Μόνο, που όπως είναι και η ζωή, όλα αλλάζουν συνεχώς, τα όρια, οι ισορροπίες, οι βεβαιότητες. Ακόμη και το τέλος της ιστορίας, με το πολλαπλό φινάλε.

Χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, από την πειστική, γεμάτη λεπτομέρειες, βρετανική ατμόσφαιρα, μέχρι την κίνηση των σωμάτων και τις σιωπές, ο Χάμερ έχει ερευνήσει σε βάθος το θέμα του και αυτό φαίνεται σε κάθε του πλάνο, αλλά και στην αυθεντικότητα των στιγμών και της ζεστής οικειότητας που τυλίγει τα πρόσωπα.

Γιατί, εκτός από ένα βαρύ – και ταυτόχρονα λεπτεπίλεπτο – δράμα, είναι και μια ταινία χαρακτήρων, που υπηρετούν αξιοθαύμαστα και οι τρεις πρωταγωνιστές. Η Μπινός, που με την ανασφάλειά του χαρακτήρα της, κινείται στην κόψη του ξυραφιού, είναι σπαρακτική και αυθεντικά αποκαμωμένη από την ψυχολογία της. Ο Κόρτνεϊ, ο σπουδαίος καρατερίστας και πρωταγωνιστής του «Free Cinema» («Μπίλι ο Ψεύτης», «Ο Αμπιγιέρ») κινείται με άνεση ανάμεσα στη τρυφερότητα και την απόλυτη ματαίωση, ενώ η θεατρική ‘Αννα Κόλντερ – Μάρσαλ, χωρίς επιτήδευση ή καταφεύγοντας σε θεμιτές ευκολίες του δύσκολου ρόλου της, αναδεικνύει στον απόλυτο βαθμό μία ηρωίδα δίχως προσωπικότητα, αλλά με αναλαμπές μιας αδιόρατης διαύγειας και αστείρευτης ανθρωπιάς.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Καθώς η άνοια διαβρώνει την ικανότητα μιας ηλικιωμένης γυναίκας να επικοινωνεί την εσωτερική της ζωή, ο σύζυγος και η κόρη της αγωνίζονται να ενεργήσουν προς το συμφέρον της, πλοηγούμενοι από την αγάπη και τα εύθραυστα όρια μεταξύ φροντίδας, προστασίας και αυτονομίας.

Ένα Φως που Δεν Σβήνει

(“A Light That Never Goes Out”) Μουσικό δράμα, φιλανδικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Λάουρι Μάτι Παρπέι, με τους ‘Αννα Ροζαλίνα Καούνο, Σάμιουελ Κουγιάλα, Καμίλ ‘Αουερ, Μαρί Ραντάσιλα, Γιάρκο Πάγιουνεν κ.ά.

Φιλανδικό διαμαντάκι, που θέλει τη βαθιά ανάγνωσή του, από τον πρωτοεμφανιζόμενο Λάουρι Μάτι Παρπέι, ο οποίος αντλεί την έμπνευσή του, από τα δικά του νεανικά χρόνια και την εμπλοκή του με την πειραματική μουσική. Και συνάμα μία αντιπαράθεση της αυστηρής, τελειομανούς κλασικής μουσικής με την ατελή, θορυβώδη και αβάν γκαρντ ριζοσπαστική και απελευθερωτική ροκ, που ο ήχος της και η περίεργη σύνθεσή της λειτουργεί και θεραπευτικά για τον ήρωα της ιστορίας.

Το φιλμ, αφού κέρδισε τις εντυπώσεις στις Κάννες, όπου προβλήθηκε στο παράλληλο τμήμα ανεξάρτητου σινεμά και έχει ήδη μία εντυπωσιακή διαδρομή σε πολλά άλλα φεστιβάλ, φαίνεται ως ένα αρκετά καλό ξεκίνημα για έναν σκηνοθέτη, που μπορεί να μην είναι Καουρισμάκι αν και έχει κάποιες ομοιότητες, αλλά δείχνει ότι διαθέτει τις γνώσεις και έχει το ταλέντο να συνταιριάζει την «κακοφωνία» με την ψυχική μελωδία, τον ρυθμό της καρδιάς, που έχουμε όλοι ανάγκη.

Ο Πάουλι, ένας 29χρονος, επιτυχημένος αλλά εξουθενωμένος κλασικός φλαουτίστας στο Ελσίνκι, έπειτα από έναν νευρικό κλονισμό, επιστρέφει στη γενέτειρά του, μια παραλιακή πόλη στη Φιλανδία, έχοντας μαζί του μόνο ένα φλάουτο. Εκεί θα κανονίσει μία παράσταση, αλλά αντί να εξασκηθεί, σπάει το πολύτιμο μουσικό του όργανο. Επισκέπτεται ένα μαγαζί που επιδιορθώνει μουσικά όργανα και συναντά την παλιά του συμμαθήτρια Ίρις, μια αντισυμβατική και χαοτική παρουσία, η οποία τον παρασύρει σε ένα ερασιτεχνικό, πειραματικό θορυβώδες ροκ σχήμα. Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την ακατέργαστη μουσική, ο Πάουλι αρχίζει σιγά-σιγά να βρίσκει ξανά τη χαμένη του ισορροπία του.

Το ιδιαιτέρως προσεγμένο και πυκνό σενάριο του Παρπέι, σκιαγραφεί με επάρκεια την επιβαρυμένη ψυχοσύνθεση του ήρωα και ταυτόχρονα διανθίζει με ένα παράξενο χιούμορ, τύπου Καουρισμάκι, για να περάσει στην οθόνη, με άψογη φωτεινή εικονογράφηση, μία εγκάρδια, ευχάριστη ιστορία για την αποδοχή του λάθους και τη χαρά της δημιουργίας, χωρίς την πίεση της επιτυχίας και των κοινωνικών προκαταλήψεων.

Ακόμη και η επιλογή, να μην υπάρχει συμβατικό σάουντρακ, καθώς σχεδόν όλη η μουσική υπόκρουση εκτελείται ζωντανά από τους ηθοποιούς, ως μέρος της δράσης, είναι ένα σαφές δείγμα φρέσκιας κινηματογραφικής αντίληψης από τον νεαρό σκηνοθέτη, που, επίσης, αποδεικνύει ότι αγαπά απεριόριστα τους νεαρούς ηθοποιούς του και αυτοί με τη σειρά τους του το ανταποδίδουν.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά από μια βαθιά προσωπική κρίση, ο βιρτουόζος φλαουτίστας Πάουλι επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Φινλανδίας. Παρά τις αρχικές του αντιστάσεις, η επιστροφή αυτή και η επαφή με τις ρίζες του τον οδηγούν σε μια διαδρομή ανασύνθεσης μέσω των παιδικών του φίλων και της πειραματικής μουσικής.

Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία

(“La Bataille De Gaulle : J’Ecris ton Nom”) Βιογραφικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Αντονίν Μποτρί, με τους Σιμόν Αμπκαριάν, Φελίξ Κισίλ,Τιερί Λεμιτέλ, Κάμπελ Σκοτ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Νιλς Σνάιντερ κα.

Αν και το πρώτο μέρος του πεντάωρου βιογραφικού έπους, για τον Σαρλ Ντε Γκολ, άφησε εντελώς αδιάφορο το ελληνικό κοινό, κάτι που μπορεί να οφείλεται και στον προγραμματισμό, αλλά σίγουρα και στην άγνοια των νεότερων για τον εμβληματικό στρατιωτικό-πολιτικό, που κράτησε όρθια τη Γαλλία σε μαύρες εποχές και σημάδεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη, έρχεται τώρα, μέσα σε τρεις εβδομάδες και το δεύτερο μέρος.

Η γαλλική υπερπαραγωγή, πιάνει το νήμα της ιστορίας από την ιστορική διάσκεψη της Καζαμπλάνκα, στις αρχές του 1943 και την προσπάθεια του Ντε Γκολ, πέρα από τα πεδία των μαχών, να ενώσει την κατακερματισμένη αντίσταση της χώρας του, να την εντάξει στις συμμαχικές δυνάμεις και να την φτάσει ως την απελευθέρωση.

Ακολουθώντας και πάλι πιστά τα γεγονότα και βασισμένος στο βιογραφικό βιβλίο του ‘Αγγλου Τζούλιαν Τζάκσον «Μια Κάποια Ιδέα για τη Γαλλία: Η Ζωή του Σαρλ ντε Γκωλ», ο Μποντρί, αυτή τη φορά μειώνει ελαφρώς τις χιουμοριστικές και κωμικές πινελιές στην ταινία του, γέρνοντας περισσότερο προς μια διακριτική αγιογραφία, ενώ έμφαση δίνει και σε άλλους πρωταγωνιστές της ιστορικής περιόδου, όπως τον στρατηγό Λεκλέρκ και την ηγετική μορφή της αντίστασης Μουλέν.

Το φιλμ κινείται με άνεση σε τρία επίπεδα: στην αστείρευτη διπλωματική διαμάχη μεταξύ του Ντε Γκολ και των συμμαχικών ηγετών Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ, οι οποίοι δεν θέλουν την κυριαρχία της Γαλλίας, τη σχεδόν ακατόρθωτη ενοποίηση των αντιστασιακών ομάδων κάτω από την ηγεσία του και τις μεγάλες στρατιωτικές εκστρατείες, υπό τον στρατηγό Λεκλέρκ και την επιστροφή των γαλλικών δυνάμεων στο προσκήνιο, πείθοντας για τη συμβολή τους στην τελική νίκη επί των Γερμανών.

Η παροιμιώδης κόντρα δύο ξεχωριστών και ιδιόμορφων προσωπικοτήτων, όπως των Ντε Γκολ -Τσόρτσιλ, μερικές φορές απολαυστική και πάντα ενδιαφέρουσα, δίνει και πάλι τον τόνο στο φιλμ, ενώ η σκληρή διαπραγμάτευση με τον Ρούσβελτ, που είχε βάλει την καθημαγμένη Γαλλία στο μάτι, έχει την ιδιαίτερη σημασία της, για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και τα πολιτικά παιχνίδια που μπορεί να παίζονται όταν έχει ματώσει σχεδόν όλος ο πλανήτης.

Το φιλμ, που διατηρεί και πάλι το γρήγορο ρυθμό του, το κοφτερό μοντάζ και τη θεαματική εικόνα μίας πολεμικής περιπέτειας, που ορισμένες φορές σκεπάζεται υπερβολικά από το πληθωρικό σάουντρακ, μπορεί να έχει και πάλι τα αρνητικά μίας αγιογραφίας και μίας βολικής ιστορίας, ξεσπάσματα στόμφου και λυρισμού και να σηκώνει πολλές συζητήσεις, αλλά διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του και εύλογα κατανοεί κάποιος γιατί μεταδίδει στους Γάλλους και ειδικά στους νέους, μία αίσθηση εθνικής υπερηφάνειας.

Το ευπρόσωπο καστ, στέκεται στο ύψος του, με τον Αμπκαριάν να μειώνει την υπερβολή στην ερμηνεία του, ενώ ο Φιλίξ Κισίλ αναδεικνύει την ευάλωτη προσωπικότητα τον Μουλέν και το βαθύτερο ανθρώπινο ηρωισμό των αντιστασιακών.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Από τη μοναχική απελπισία στο Λονδίνο, ο Ντε Γκολ μπαίνει στον περίπλοκο πολιτικό αγώνα και τα διπλωματικά επικίνδυνα παιχνίδια και τις στρατιωτικές εκστρατείες που έφεραν την απελευθέρωση της Γαλλίας.

The Influencer Project

(“The Influencer Project”) Θρίλερ, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μάικ Νίμπρο, με τους Κιάρα Κινγκ, Λούκα Στορμ, Τζασμίν Σάμερ κ.α.

Το ψυχολογικό θρίλερ, με ολίγον από ταινία τρόμου, του Μάικ Νίμπρο, θα μπορούσε να έχει και υπότιτλο «τι τραβάνε και αυτοί οι ινφλουένσερ». Έχοντας ως πρωταγωνίστρια, την Κιάρα Κινγκ, μία πραγματική ινφλουένσερ ή τέλος πάντων, κάτι παρόμοιο, ο Δανός πρωτάρης σκηνοθέτης και έμπειρος φωτογράφος, σχεδίασε το φιλμ, με την τεχνική του ερασιτεχνικού βίντεο, για να δώσει μία αίσθηση αληθοφάνειας και αυθεντικότητας, χρησιμοποιώντας τηλεοπτικές κάμερες, κινητά και υλικό από σόσιαλ μίντια.

Ένα ενδιαφέρον, αλλά εκτελεσμένο άτσαλα, πρότζεκτ, για την υπερέκθεση των ινφλουένσερ και τους κινδύνους που κρύβει η δουλειά τους, που μάλλον δεν βρίσκει τον στόχο του και εκεί που τα μπουρδουκλώνει εντελώς είναι όταν μπαίνει ο κινηματογραφικός τρόμος.

Η ινφλουένσερ Κιάρα προσκαλείται να επισκεφθεί την Κοπεγχάγη, από έναν τουριστικό οργανισμό, μία συμφωνία που κλείνει η άπληστη μάνατζέρ της. Υποχρέωση της Κιάρα είναι να βιντεοσκοπεί τα πάντα όσο είναι ξύπνια, τόσο απ’ την ίδια όσο και από ένα συνεργείο βιντεοσκόπησης από τον ντόπιο σκηνοθέτη, Μάικ και δυο βοηθούς του. Σύντομα, όμως, η Κιάρα γίνεται στόχος ενός εμμονικού θαυμαστή, με το ακόμη πιο απειλητικό όνομα «King Slayer» που της στέλνει απειλητικά μηνύματα και φωτογραφίες παρακολούθησης.

Η ιστορία, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, ξεκινά, προσφέροντας όλα τα καλούδια από τη ζωή μίας ινφλουένσερ, με ψώνια σε ονομαστά καταστήματα, γεύματα σε φανταχτερά αστεράτα εστιατόρια και ανέμελες τουριστικές βόλτες. Όμως, τι κρίμα, αυτή η παρατεταμένη τοποθέτηση προϊόντος διακόπτεται όταν αρχίζει να λαμβάνει μηνύματα από έναν τρελαμένο, που την απειλεί ότι αν δεν σταματήσει τη δουλειά της, θα τη βιάσει και θα τη σκοτώσει και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Από κει και πέρα, ο Νίμπρο μοιάζει να βάζει τρικλοποδιά στην ίδια την ταινία του, αφού τα κενά της ιστορίας του έρχονται και δένουν με την αμηχανία, γύρω από την ίδια την κουλτούρα των σόσιαλ μίντια, για να καταφύγει στο τέλος προς μία κλισέ αλλά και αδύναμη ιστορία τρόμου.

Η Κιάρα Κινγκ, είναι μία – αλλοίμονο – όμορφη κοπέλα, που κάνει την πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση και καλό είναι να μείνει σε αυτή.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η ινφλουένσερ Κιάρα Κινγκ ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για να δείξει την αφιλτράριστη πλευρά της ζωής της. Καθώς οι κάμερες καταγράφουν κάθε της κίνηση, ένας εμμονικός stalker αρχίζει να την παρακολουθεί και να της στέλνει απειλητικά μηνύματα.

Motor City

(“Motor City”) Περιπέτεια, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Πότσι Ποντσιρόλι, με τους ‘Αλαν Ρίτσον, Μπεν Φόστερ, Πάμπλο Σράιμπερ, Λάιονελ Μπόις, Μπεν Μακένζι, Σέιλιν Γούντλεϊ κ.ά.

Το είδαμε κι αυτό. Μία δυναμική περιπέτεια εκδίκησης και καταιγιστικής δράσης, απ’ αυτές που γυρίζουν με το κιλό, ο Τζέισον Στέιθαμ, ο Βαν Νταμ και εσχάτως ο Λίαμ Νίσον, γυρισμένη ως βουβή ταινία, με τους διαλόγους να εξαντλούνται σε 20 λέξεις. Και μάλιστα γυρισμένο από τον Πότσι Ποντσιρόλι, που πριν πέντε χρόνια μας είχε εντυπωσιάσει με το εξαιρετικό όσο και ιδιότυπο γουέστερν «Old Henry», έναν σκηνοθέτη απ’ τον οποίο περιμέναμε σίγουρα κάτι καλύτερο και αν μη τι άλλο να σεβαστεί τους κανόνες μίας αγωνιώδους περιπέτειας, που, μάλιστα, παραπέμπει στα b movies της δεκαετίας του ‘70.

Ενταγμένο στην απενοχοποιημένη διασκέδαση, το φιλμ, προσφέρει άφθονες βίαιες σκηνές μάχης, θεαματικό «βρομόξυλο» και αμέτρητους σκοτωμούς, αλλά το αποτέλεσμα τελικά φτάνει στα όρια του γκροτέσκο, κάτι που οφείλεται κυρίως στο κλισέ και ισχνότατο σενάριο, που ξεπερνά κάθε όριο ανοχής στα δραματικά του σημεία, με τις ερμηνείες να μοιάζουν βγαλμένες από ερασιτεχνικό κουκλοθέατρο. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που όλα αυτά προκαλούν νευρικό γέλιο.

Στο Ντιτρόιτ της δεκαετίας του ‘70, η ζωή του Τζον Μίλερ, ενός έντιμου εργάτη αυτοκινητοβιομηχανίας, καταστρέφεται όταν μπλέκεται με μία σέξι κοπέλα, που θεωρεί δική του ένας αδίστακτος μαφιόζος. Ο τελευταίος τον παγιδεύει, τοποθετώντας στο αυτοκίνητό του μία μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και με τη συνεργασία διεφθαρμένου αστυνομικού, τον στέλνει στη φυλακή, με κάθειρξη 25 χρόνων. Λίγα χρόνια μετά κι ενώ επιβιώνει στις σκληρές συνθήκες της φυλακής, ο Μίλερ δραπετεύει και επιστρέφει για να πάρει όσα του στέρησαν και να εκδικηθεί τον μαφιόζο και όσους τον πρόδωσαν.

Αν και αρχικά η ιδέα, για μια περιπέτεια με ελάχιστους διαλόγους, προκαλεί μία περιέργεια, πολύ γρήγορα η υποτυπώδης πλοκή, αρχίζει να χάνει λάδια, η επιτήδευση να βγάζει μάτια και να φαίνονται όλα ψεύτικα. Βάλτε τώρα και τους χάρτινους χαρακτήρες και τις σχηματικές ερμηνείες και έχετε μια πλήρη εικόνα για ένα φιλμ, που μπορεί να ιδωθεί μόνο ως παρωδία.

Έτσι, το μόνο που απομένει είναι το νοσταλγικό σάουντρακ των επιτυχιών του ‘70, τον ρυθμό του οποίου ακολουθεί πολλές φορές το μοντάζ και οι φιλότιμες προσπάθειες του Ρίντσον να κουβαλήσει πάνω στους γεροδεμένους ώμους του έναν ακατανόητο χαρακτήρα, που σβήνει πιο γρήγορα και από τους τίτλους τέλους.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στο Ντιτρόιτ του ‘70, ένας εργάτης σε αυτοκινητοβιομηχανία, παγιδεύεται από έναν μαφιόζο και βρίσκεται στη φυλακή. Χρόνια αργότερα, όταν δραπετεύει από τη φυλακή, επιστρέφει για να εκδικηθεί τον μαφιόζο και να κερδίσει την κοπέλα που ερωτεύθηκε.

Αλλού ο Δρόμος

Ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ειρήνης Βουρλούμη.

Το αντισυμβατικό πορτρέτο της σύγχρονης Αθήνας, μέσα από τα μάτια τριών βετεράνων οδηγών ταξί, από την Ειρήνη Βουρλούμη, μία φωτογράφο και δημοσιογράφο, που δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τον κινηματογράφο, αλλά καταφέρνει να μας πείσει για το πηγαίο ταλέντο και την κοινωνική της ευαισθησία.

Μέσα από τις ιστορίες τριών βετεράνων οδηγών ταξί, που διατρέχουν την Αθήνα για να βιοποριστούν, αλλά και γιατί πιστεύουν στη ζωή, ως ονειροπόλοι που συγχρονίζονται σε ένα τοπίο μνήμης και προσμονής, η Ελληνοϊνδονήσια δημιουργός, φωτίζει τη νυχτερινή μεγαλούπολη, με αγάπη και εγκαρδιότητα για τους ανθρώπους της.

Η ιδέα για αυτό το υβριδικό ντοκιμαντέρ, καθώς το συνδυάζει με ένα είδος μυθοπλασίας, της γεννήθηκε από το 2015, ενώ χρειάστηκε περισσότερες από 50 συνεντεύξεις με οδηγούς ταξί, μέχρι να καταλήξει στους τρεις πρωταγωνιστές της και έξι μήνες, για να τους γνωρίσει καλύτερα, αυτούς και τις οικογένειές τους.

Τρεις ήρωες των δρόμων, τον Κωνσταντίνο, γνωστό και ως «το πούμα», που πλησιάζει στη συνταξιοδότηση, έπειτα από 50 χρόνια στο βολάν, έχοντας εσωτερικές ανησυχίες και επίγνωση της παρακαταθήκης του, τον Σάνι, έναν Νιγηριανό-Έλληνα ηθοποιό και οικογενειάρχη, που κινείται ανάμεσα στην πίστη, την κόπωση και την επιθυμία να αφοσιωθεί στην καλλιτεχνική έκφραση και τον Γιώργο, γεννημένο σόουμαν, που οδηγεί τη μέρα και τραγουδά ερωτικά λαϊκά τραγούδια σε μικρά μαγαζιά τη νύχτα.

Η Βουρλούμη, κινηματογραφεί κυρίως νύχτα, όταν απ’ την πόλη απουσιάζει η καθημερινή της τρέλα και πάει για ύπνο η μιζέρια της, με έναν μαγικό ρεαλισμό, καθώς προβάλλει εικόνες μιας Αθήνας που λες ότι δεν υπάρχει και αυθεντικά πλάνα, απ’ τους νυχτερινούς δρόμους, όπου η κόπωση έρχεται και συνταιριάζεται με την ελπίδα.

Χωρίς να χάνει ποτέ την αληθινή της αγάπη για την πόλη, κινηματογραφεί με μία οικειότητα αφοπλιστική, δίνοντας έναν χαμηλόφωνο ύμνο στην ικανότητα συνηθισμένων ανθρώπων να ονειρεύονται ακόμη και μέσα στην σκληρή καθημερινότητα, κινούμενοι στην αχνιστή άσφαλτο.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Clayface

(“Clayface”) Η πρώτη υπερηρωϊκή ταινία τρόμου είναι γεγονός, σε παραγωγή (2026) των DC Studios. Το φιλμ, υπογράφει ο αδιάφορος, μέχρι τώρα, ‘Αγγλος σκηνοθέτης Τζέιμς Γουάτκινς, που όμως εδώ φαίνεται να τα πάει αρκετά καλύτερα, συνδυάζοντας μία περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, με το θρίλερ, τον τρόμο και ψήγματα κοινωνικού σχολίου, έχοντας ως ήρωα έναν ανερχόμενο σταρ του Χόλιγουντ, που η τρομακτική πτώση του τον μετατρέπει σε έναν παραμορφωμένο εκδικητή, έπειτα από μία πειραματική ιατρική θεραπεία. Μία επέμβαση, που έχει ολέθριες συνέπειες, καθώς το σώμα του μεταλλάσσεται ανεξέλεγκτα σε μια εύπλαστη, πήλινη μάζα, χαρίζοντάς του τρομαχτικές ικανότητες μεταμόρφωσης και διαβρώνοντας την ανθρώπινη υπόστασή του.

Εν αντιθέσει, με τις τελευταίες αμερικάνικες παραγωγές με υπερήρωες, το φιλμ του Γουάτκινς αξιοποιεί το καλογραμμένο σενάριο και στήνει ένα ενδιαφέρον θρίλερ τρόμου, που θα «φτιάξει» τους λάτρεις του είδους. Πρωταγωνιστής ο ικανοποιητικός Τομ Ρις Χάρις και δίπλα του οι Μαξ Μινγκέλα, Ναόμι ‘Ακι, Έντι Μάρσαν και Νάνσι Κάρολ.

Quiet Life

Ο Αλέξανδρος Αβρανάς, του συγκλονιστικού «Miss Violence», παραδίδει ένα ιδιαίτερο ψυχολογικό δράμα, γαλλογερμανικής παραγωγής, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βενετίας το 2024. Φιλμ, που αντιπαραθέτει το δυστοπικό περιβάλλον της ανεπτυγμένης Ευρώπης με τη ζεστασιά των συναισθημάτων και της οικογενειακής θαλπωρής.

Κινηματογραφώντας σε μουντούς χρωματισμούς και χώρους καθαρούς, σχεδόν απολυμασμένους, ο Αβρανάς αναδεικνύει ψυχρά την απόσταση μεταξύ των οικογενειακών δεσμών και της ευρωπαϊκής καθαρότητας, του απόλυτου ελέγχου, βασισμένος σε μια ιστορία Ρώσων προσφύγων, που η αίτησή τους για άσυλο απορρίπτεται και η μικρή τους κόρη πέφτει σε ένα μυστηριώδες κώμα.

Πρωταγωνιστούν οι Τσουλπάν Χαμάτοβα και Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν.

Γάτες στο Μουσείο 2: Οι Θησαυροί της Αιγύπτου

(“Cats in the Museum: Treasures of Egypt”) Το σίκουελ του ρωσικού animation με τις νέες περιπέτειες δυο γάτων, του Βίνσεντ και του Μόρις και της γατούλας Κλεοπάτρας, που ανακαλύπτουν έναν αρχαίο πάπυρο και φτάνουν μέχρι την Αίγυπτο και το θρυλικό τζίνι. Το ψηφιακό animation προβάλλεται και στα ελληνικά με τις φωνές των Κωνσταντίνου Κακανά, Ράφαελ Αριστοτέλους, Μυρτώ Ναούμ, ‘Αννα Παρασίδου κα.

 

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Ant-Man: Το αίτημα του Μάικλ Ντάγκλας που απέρριψε η Marvel

Ο Μάικλ Ντάγκλας (Michael Douglas) σε νέα του συνέντευξη, επιβεβαίωσε

Γιάννης Βογιατζής: Το μυστικό της μακροζωίας, η συγκίνηση για τη μητέρα του και η αφοσίωση στην υποκριτική

Για τις αρχές που ακολούθησε σε όλη του τη ζωή,

Sing for Greece – Εθνικός Τελικός Eurovision 2027: Στην τελική ευθεία η υποβολή των τραγουδιών

Στην τελική ευθεία μπαίνει η διαδικασία υποβολής των προτάσεων για

Το Λίβερπουλ τιμά τους Beatles: Νέο Μουσείο 9.300 τ.μ. ανοίγει τις πύλες του το 2028

  Ένα νέο Μουσείο 9.300 τετραγωνικών μέτρων αφιερωμένο στους Beatles

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ αναλαμβάνει να ολοκληρώσει την ταινία «The Batman 2»

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ αναλαμβάνει να βοηθήσει στην ολοκλήρωση της ταινίας «The