Στην ελίτ των Ντέιβιντ Γκάρικ (David Garrick), Χένρι Ίρβινγκ (Henry Irving), Όσκαρ Γουάιλντ (Oscar Wilde) και Νόελ Κάουαρντ (Noël Coward) προστέθηκε ο Λόρενς Ολίβιε (Laurence Olivier) καθώς τοποθετήθηκε μπλε πλακέτα του οργανισμού English Heritage που διαχειρίζεται μνημεία, κτίρια και χώρους στην Αγγλία, έξω από το σπίτι, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, στο Λονδίνο.
Τα αποκαλυπτήρια της τιμητικής επιγραφής στην οδό Lupus Street 22, στο Πίμλικο, πραγματοποίησε ο Ίαν ΜακΚέλεν (Ian McKellen).
Σε αυτό το σπίτι ο θρυλικός ηθοποιός έζησε από την ηλικία των 5 έως 12 ετών, ανακαλύπτοντας το υποκριτικό του ταλέντο υπό το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα του, ο οποίος ήταν εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Σωτήρος στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Ο ΜακΚέλεν, μιλώντας στην τελετή, είπε ότι η μοίρα των ηθοποιών είναι συχνά να ξεχνιούνται είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό τους. Στην περίπτωση του Ολίβιε, όμως, υπογράμμισε ότι η μνήμη του παραμένει ζωντανή όχι μόνο μέσα από το θέατρο και τα βραβεία που φέρουν το όνομά του, αλλά κυρίως μέσα από την ακτινοβολία των ερμηνειών του.
Ο ίδιος θυμήθηκε ότι δεν είχε την τύχη να παίξει μαζί του, αλλά υπήρξε για λίγο μέλος του National Theatre την περίοδο του Old Vic. Όταν αργότερα αποχώρησε, ο Ολίβιε έστειλε μήνυμα στον ατζέντη του λέγοντας ότι τον στοίχειωνε «το φάντασμα των χαμένων ευκαιριών». Ο ΜακΚέλεν αναφέρθηκε και σε ένα σημείωμα που του είχε στείλει ο Ολίβιε για τον Μάκβεθ του στο Στράτφορντ το 1976, χαρακτηρίζοντάς τον την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του έργου που είχε δει.
Η τελετή είχε και μια μικρή θεατρική στιγμή. Ο ΜακΚέλεν απήγγειλε μέρος από τον λόγο του Ερρίκου Ε΄, το περίφημο «once more unto the breach», τον οποίο ο Ολίβιε είχε ηχογραφήσει κάποτε στο πλαίσιο καμπάνιας για τη διάσωση του Rose Theatre.
Στην τελετή μίλησε και η Ίντου Ρουμπασίνγκαμ, καλλιτεχνική διευθύντρια του National Theatre, η οποία στάθηκε στο θάρρος και στο όραμα του Ολίβιε όταν δημιούργησε από το μηδέν τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου.
Το ενδιαφέρον της πλακέτας δεν βρίσκεται μόνο στην τιμή προς έναν μεγάλο ηθοποιό. Βρίσκεται και στο ότι επαναφέρει τον Ολίβιε εκεί όπου άρχισε να διαμορφώνεται: σε μια παιδική ηλικία κοντά στην εκκλησία, στις φωνές των ιεροκηρύκων, στην τελετουργία του λόγου και στην ιδέα της υπηρεσίας. Ο ίδιος είχε θυμηθεί αργότερα πόσο τον σημάδεψαν οι κήρυκες που ήξεραν πότε να χαμηλώσουν τη φωνή, πότε να υψώσουν τον τόνο, πότε να γίνουν αστείοι, συγκινητικοί ή επίσημοι.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


