Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μια κοινή πάθηση που προκαλεί μούδιασμα, μυρμήγκιασμα και πόνο στα δάχτυλα (αντίχειρας, δείκτης, μέσος) και την παλάμη, λόγω πίεσης του μέσου νεύρου στον καρπό. Εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες, συνδέεται με επαναλαμβανόμενες κινήσεις, ρευματοειδή αρθρίτιδα ή εγκυμοσύνη.
Η αιτιολογία
Τα αίτια που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε πίεση του μέσου νεύρου στον καρπιαίο σωλήνα είναι πολλά. Τα πλέον συνήθη είναι:
-Έντονη χρησιμοποίηση των χεριών.
-Επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάμψεως του καρπού.
-Φλεγμονώδεις παθήσεις, με συνηθέστερη μορφή τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
-Ενδοκρινολογικές διαταραχές όπως είναι ο υπερθυρεοειδισμός ή οι ορμονικές διαταραχές μετά την εμμηνόπαυση και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-Μεταβολικά νοσήματα, κυρίως ο σακχαρώδης διαβήτης.
-Ανατομικές ανωμαλίες.
-Τοπικοί όγκοι.
Βασικά Στοιχεία για το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα
Συμπτώματα: Μούδιασμα και μυρμήγκιασμα (αιμωδίες) στον αντίχειρα, τον δείκτη, τον μέσο και το μισό του παράμεσου δακτύλου.
Πόνος που συχνά εντείνεται τη νύχτα και μπορεί να ξυπνά τον ασθενή.
Αδυναμία στο χέρι, αδεξιότητα, και πτώση αντικειμένων.
Αίτια & Παράγοντες Κινδύνου:Χειρωνακτική εργacja: Επαναλαμβανόμενες κινήσεις του καρπού, πολύωρη χρήση υπολογιστή.
Παθολογικές καταστάσεις: Διαβήτης, ρευματοειδής αρθρίτιδα, υποθυρεοειδισμός.
Άλλοι παράγοντες: Εγκυμοσύνη (ορμονικές αλλαγές), ηλικία (συχνότερο σε μεγαλύτερους), συγγενής στενότητα του σωλήνα.
Η διάγνωση
Τα συμπτώματα εκδηλώνονται κυρίως με μούδιασμα στα δάκτυλα που νευρώνονται από το μέσο νεύρο και στο μισό παράμεσο. Τα δάκτυλα που εμπλέκονται περισσότερο, είναι ο δείκτης και ο μέσος. Στην αρχή το μούδιασμα έρχεται και παρέρχεται, ενώ αργότερα γίνεται μόνιμο και εμφανίζεται κυρίως τις πρωινές ώρες και πολλές φορές ξυπνά τον πάσχοντα.
Τα συμπτώματα αυτά για άγνωστο λόγο υποχωρούν ή βελτιώνονται με την ανύψωση του μέλους και επιδεινώνονται σε καταστάσεις όπου ο καρπός βρίσκεται σε κάμψη, όπως στην οδήγηση, ακόμα και στο διάβασμα της εφημερίδας. Συχνά εμφανίζεται πόνος κεντρικότερα του καρπού, στη μεσότητα του αντιβραχίου και στον αγκώνα, ενώ μερικές φορές μπορεί να φτάσει μέχρι τον βραχίονα και τον ώμο. Υπαισθησίες ή παραισθησίες μπορεί να υπάρχουν σε ολόκληρο το χέρι και η απώλεια της αισθήσεως οδηγεί σε αδυναμία σταθερής σύλληψης, με αποτέλεσμα να πέφτουν τα αντικείμενα από το χέρι. Μυϊκή αδυναμία και ατροφίες εμφανίζονται σε παραμελημένες καταστάσεις και εκδηλώνεται με αδυναμία πλήρους χρησιμοποιήσεως του αντίχειρα.
Η διάγνωση επιτυγχάνεται με τη σωστή κλινική εξέταση και επιβεβαιώνεται με τον εργαστηριακό έλεγχο (ηλεκτρομυογράφημα). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών το ηλεκτρομυογράφημα δεν επιβεβαιώνει την κλινική εκτίμηση, η οποία θεωρείται και η πλέον σημαντική. Σπανιότερα απαιτούνται ειδικές εξετάσεις για τον καθορισμό της αιτιολογίας της νόσου.
H διάγνωση γίνεται με κλινική εξέταση (τεστ Tinel, Phalen), Ηλεκτρομυογράφημα – Ηλεκτρονευρογράφημα.
Η θεραπεία
Η θεραπεία είναι δυνατόν να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Ελαφρές μορφές αντιμετωπίζονται με νυχτερινούς νάρθηκες και αποφυγή κινήσεως κάμψεως του καρπού. Η ανάπαυση οδηγεί στη μείωση του ερεθισμού της περιοχής. Ταυτόχρονα η χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ενισχύει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Η έγχυση κορτιζόνης στον καρπιαίο σωλήνα έχει προταθεί σαν θεραπεία σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Στους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη συντηρητική αγωγή, καθώς και στους ασθενείς με έντονα σημεία πιέσεως, είναι απαραίτητη η χειρουργική διάνοιξη.
Η εγχείρηση γίνεται με τοπική αναισθησία στην περιοχή του καρπού. Η αποσυμπίεση του μέσου νεύρου επιτυγχάνεται κατόπιν διατομής του εγκαρσίου συνδέσμου.
Τα τελευταία χρόνια η ενδοσκοπική διάνοιξη (χωρίς δηλαδή μεγάλη τομή δέρματος), καθώς και η χρήση ειδικών μαχαιριδίων, έχουν μειώσει το μέγεθος της τομής. Μετεγχειρητικά η αφαίρεση των ραμμάτων γίνεται μετά από 10-12 μέρες, ενώ η πλήρης δραστηριότητα του χεριού επανέρχεται σε χρονικό διάστημα περίπου 4 εβδομάδων.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


