Μέχρι τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου αναμένεται να διαρκέσει η αυξημένη κυκλοφορία της γρίπης, σύμφωνα με τη Ματίνα Παγώνη. Όπως ανέφερε η ίδια μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η έξαρση ήταν αναμενόμενη λόγω των γιορτών και του συγχρωτισμού σε κλειστούς χώρους, ωστόσο το βασικό πρόβλημα είναι η ιδιαίτερα υψηλή μεταδοτικότητα του στελέχους Κ. «Το στέλεχος Κ έχει τρελή μεταδοτικότητα. Μεταδίδεται από τη μία στιγμή στην άλλη – μπορεί να βρίσκεσαι σε μία αίθουσα και να κολλήσουν όλοι. Αυτό δεν το είχαμε με τα άλλα στελέχη της γρίπης», σημείωσε.
«Ο εμβολιασμός είναι απαραίτητος»
Η κα Παγώνη τόνισε πως, λόγω της ιδιαιτερότητας του στελέχους, ο εμβολιασμός για τη γρίπη είναι αναγκαίος για όλους και ειδικά για τις ευπαθείς ομάδες: «Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία με υποκείμενα νοσήματα που δεν είχαν εμβολιαστεί χρειάστηκε να νοσηλευτούν. Οι υπόλοιποι πήραν οδηγίες και αντιμετώπισαν τη νόσο στο σπίτι. Όσοι είχαν προβλήματα και δεν εμβολιάστηκαν εμφάνισαν πυρετό έως και 40 βαθμούς. Ο οργανισμός καταπονείται πάρα πολύ, ιδιαίτερα στα παιδιά. Όταν ένα παιδί έχει πυρετό το πρωί, δεν το στέλνουμε στο σχολείο».
Αναφερόμενη σε όσους επιλέγουν να μην εμβολιαστούν για τη γρίπη, δήλωσε: «Σέβομαι την απόφαση του καθενός, αλλά αναλαμβάνουν την ευθύνη όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για την οικογένεια και τα παιδιά τους».
Διαφορετική η πορεία σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους
Απαντώντας στην αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας του εμβολίου για τη γρίπη, η ίδια υπογράμμισε: «Το εμβόλιο της γρίπης είναι δοκιμασμένο εδώ και 70 χρόνια. Για το συγκεκριμένο στέλεχος καλύπτει πάνω από 60% στα παιδιά και περίπου 41–50% στους ενήλικες. Αυτό σημαίνει πιο ήπια συμπτώματα – όχι 41 πυρετό αλλά 37–38, για μία-δύο ημέρες, και μετά αρχίζεις να συνέρχεσαι».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε πως δεν ισχύει ότι ο οργανισμός «δυναμώνει» αν αντιμετωπίσει μόνος του τη νόσο της γρίπης: «Δεν μπορείς να παλέψεις ένα τόσο επιθετικό στέλεχος χωρίς προστασία». Κλείνοντας, επισήμανε τη σημασία της ιατρικής καθοδήγησης: «Δεν παίρνουμε από μόνοι μας αντιβιώσεις. Ακολουθούμε τις οδηγίες του γιατρού και προχωράμε με βάση τα επιστημονικά δεδομένα».


