Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) βρίσκεται σε εγρήγορση, παρακολουθώντας στενά την αυξανόμενη δραστηριότητα του κορονοϊού (SARS-CoV-2) στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Η προσοχή στρέφεται ιδιαίτερα στην πρόσφατα αναγνωρισμένη παραλλαγή NB.1.8.1, η οποία προέρχεται από την Omicron και έχει συνδεθεί με αύξηση κρουσμάτων σε ορισμένες ασιατικές χώρες, όπως η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη.
Η NB.1.8.1 έχει πλέον ταξινομηθεί ως «παραλλαγή υπό παρακολούθηση» τόσο από το ECDC όσο και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Αυτή είναι μία από τις πέντε παραλλαγές του κορονοϊού που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στην ΕΕ/ΕΟΧ και βρίσκονται υπό παρακολούθηση.
Ήπια Αύξηση και καμία σοβαρή επίπτωση
Παρόλο που τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρήθηκε μια μικρή αύξηση στη δραστηριότητα του SARS-CoV-2 από τα χαμηλά επίπεδα βάσης σε πολλές χώρες, τα ποσοστά επισκέψεων σε πρωτοβάθμια αναπνευστική περίθαλψη παραμένουν στα συνήθη ή και χαμηλότερα επίπεδα για αυτή την περίοδο.
Το πιο σημαντικό είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχει παρατηρηθεί καμία σημαντική επίπτωση στους δείκτες σοβαρής νόσου. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει αύξηση σε εισαγωγές σε νοσοκομεία, σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) ή σε θανάτους που να συνδέεται με αυτή την άνοδο.
Τι δηλώνει το ECDC για το μέλλον
Ο Edoardo Colzani, επικεφαλής του ECDC για τους ιούς του αναπνευστικού συστήματος, δήλωσε: «Ο ιός SARS-CoV-2 κυκλοφορεί επί του παρόντος σε χαμηλά επίπεδα στην ΕΕ/ΕΟΧ, αλλά η συχνότητά του μπορεί να αυξηθεί τις επόμενες εβδομάδες». Ωστόσο, καθησύχασε πως «δεν αναμένουμε ότι η παραλλαγή NB.1.8.1 θα αποτελέσει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία από ό,τι άλλες παραλλαγές που προέρχονται από το Omicron, ούτε αναμένουμε σημαντική επίδραση στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι σοβαρών ασθενειών».
Τέλος, ο Colzani επεσήμανε ότι «μετά από έναν χειμώνα με χαμηλή κυκλοφορία του SARS-CoV-2, η ανοσία του πληθυσμού έναντι του SARS-CoV-2 ενδέχεται να έχει εν μέρει εξασθενήσει – ιδίως μεταξύ των ηλικιωμένων και άλλων ατόμων». Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της συνεχούς επαγρύπνησης, ιδίως για τις ευάλωτες ομάδες.


