Η οστεοπόρωση είναι μια χρόνια πάθηση του μεταβολισμού των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και ποιότητάς τους, με αποτέλεσμα αυτά με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και λεπτά.
Έτσι προκαλείται αυξανόμενος κίνδυνος κατάγματος (σπασίματος) των οστών, καθώς μειώνεται η ανθεκτικότητα και η ελαστικότητά τους.
Τα τελευταία 30 χρόνια η έρευνα πάνω στην Οστεοπόρωση, ξεκινώντας από το μηδέν σχεδόν, σημείωσε αλματώδη εξέλιξη, την οποία πυροδότησε το πρόβλημα οστεοπόρωσης των αστροναυτών – κοσμοναυτών διαρκείας, αλλά και η συνεχής γήρανση του πληθυσμού.
Ετυμολογικά η λέξη οστεοπόρωση προέρχεται από το οστούν (=κόκκαλο) + Πορώδης (=ο έχων πόρους). Η διεθνής ονομασία της νόσου είναι επίσης Osteoporosis.
Οι δυο κατηγορίες
Η οστεοπόρωση είναι δυνατό να διαιρεθεί σε δύο κατηγορίες: Τη γενικευμένη μορφή και την τοπική μορφή.
Η γενικευμένη μορφή υποδιαιρείται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή οστεοπόρωση.
Στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση ανήκουν:
α) Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση,
β) Η γεροντική οστεοπόρωση και
γ) Η ιδιοπαθής οστεοπόρωση, που εμφανίζεται σε αγόρια και κορίτσια στην εφηβική ηλικία, αλλά και σε νεαρούς ενήλικες άνδρες και γυναίκες, και έχει σχετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια.
Η Δευτεροπαθής Οστεοπόρωση προκαλείται πάντοτε από συγκεκριμένη πάθηση, όπως η νόσος του Cushing, ο διαβήτης, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η χρήση κορτικοειδών, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, κ.ά.
Η Τοπική μορφή οστεοπόρωσης: Σ’ αυτήν ανήκουν η οστεοπόρωση μετά από ακινητοποίηση καταγμάτων, η οστεοπόρωση ή οστική ατροφία Sudeck (αλγοδυστροφία), η ιδιοπαθής παροδική οστεοπόρωση μιας άρθρωσης, κυρίως του ισχίου κ.ά.
Παράγοντες κινδύνου
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου;
H ελαττωμένη κορυφαία οστική μάζα και
Ο αυξημένος ρυθμός οστικής απώλειας.
Διακρίνονται σε: Κύριους και Δευτερεύοντες.
Η οστεοπόρωση βασικά προκαλείται από την διαταραχή στην ισορροπία ανάμεσα στην οστεοπαραγωγή και την οστική αποδόμηση που συνεχίζεται δια βίου στον ανθρώπινο σκελετό. Φυσιολογικά η οστική μάζα (πυκνότητα) αυξάνεται προοδευτικά όσο ο σκελετός αναπτύσσεται και εξακολουθεί να αυξάνεται μέχρι την ηλικία των 35 περίπου ετών, οπότε φθάνει στο μέγιστο επίπεδο. Η κορυφαία αυτή οστική μάζα επηρεάζεται σημαντικά από τη διατροφή, το φύλο, τη φυλή, τη μυϊκή άσκηση και βεβαίως τη φυσιολογική λειτουργία των διαφόρων οργάνων του σώματος.
Έτσι η κορυφαία οστική μάζα στους άνδρες είναι 20-30% μεγαλύτερη παρά στις γυναίκες και 10-20% μεγαλύτερη στη μαύρη φυλή σε σχέση προς την λευκή. Μετά την ηλικία των 35 περίπου ετών αρχίζει βαθμιαία απώλεια οστικής μάζας που αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο και συνεχίζεται με διακυμάνσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή. Ο ρυθμός απώλειας είναι αρχικά ίδιος στους άνδρες και στις γυναίκες και κυμαίνεται από 0,3-0,5% το χρόνο. Το φυσιολογικό αυτό ρυθμό απώλειας ακολουθεί στις γυναίκες φάση επιταχυνόμενης οστικής απώλειας της τάξεως του 2-3% το χρόνο, που αρχίζει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και συνδέεται στενά με την ελάττωση του επιπέδου των οιστρογόνων στο αίμα.
Η φάση αυτή σύμφωνα με τις υπάρχουσες μέχρι σήμερα γνώσεις διαρκεί 6-10 χρόνια, οπότε επανέρχεται σε βραδύ ρυθμό οστικής απώλειας που φθάνει το 0,3-0,5%. Σε μερικές γυναίκες (20%) ο ρυθμός αυτός οστικής απώλειας είναι μεγαλύτερος του 3% (έως 7%) (fast bone loosers). Στις γυναίκες αυτές η οστεοπόρωση πρέπει έγκαιρα να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί. Όταν η κορυφαία οστική μάζα (πυκνότητα) είναι μεγάλη και ο ρυθμός οστικής απώλειας φυσιολογικός, δε δημιουργείται οστεοπόρωση. Οστεοπόρωση δημιουργείται, όταν η οστική μάζα ενός ατόμου που φθάνει το μέγιστο στην ηλικία των 35 περίπου ετών είναι χαμηλή ή όταν ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος ή υπάρχει συνδυασμός και των δύο.
Γι’ αυτό η φιλοσοφία της σύγχρονης αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης συγκεντρώνεται στους δύο αυτούς στόχους, δηλαδή την μεγιστοποίηση της κορυφαίας οστικής μάζας (πρωτογενής πρόληψη) και την ελαχιστοποίηση των οστικών απωλειών (δευτερογενής πρόληψη).
Οι δευτερεύοντες παράγοντες
Δευτερεύοντες παράγοντες κινδύνου της εμφάνισης οστεοπόρωσης είναι:
Η Εμμηνόπαυση στις γυναίκες : Φυσιολογική ή Χειρουργική λόγω ελάττωσης του επιπέδου των οιστρογόνων.
Χρόνια ανεπάρκεια πρόσληψης ασβεστίου αλλά και ανεπαρκή απορρόφησή του από το έντερο και καθήλωση του στα οστά (κυρίως λόγω έλλειψης βιταμίνης D).
Ο περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης (βάδισμα, τρέξιμο), που είναι αποτέλεσμα της μηχανοποίησης της ζωής μας (αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πλυντήρια, ηλεκτρικές σκούπες, πλυντήρια πιάτων κτλ), στερεί το μυοσκελετικό σύστημα από το σπουδαιότερο ερέθισμα που συμβάλλει στη διάπλαση και ανακατασκευή του σκελετού σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η υπερβολική εντούτοις άσκηση σε νέα κορίτσια, αθλήτριες, μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια με αποτέλεσμα ελάττωση τις οστικής πυκνότητας.
Αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών (κρεατοφαγία), διότι αυξάνει την αποβολή ασβεστίου από τα ούρα. Είναι ένας από τους παράγοντες που εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα οστεοπόρωσης στις χώρες της Δύσης.
Το κάπνισμα :Υπάρχουν σήμερα σαφείς ενδείξεις ότι σε καπνίστριες γυναίκες ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος με αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα καταγμάτων στους σπονδύλους.
Το τελευταίο πιθανώς οφείλεται σε:
α) Επιτάχυνση καταστροφής των οιστρογόνων,
β) ελάττωση της δραστηριότητας των οστεοβλαστών και
γ) πρόωρη εμμηνόπαυση.
Κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών συνδυάζεται πολύ συχνά με οστεοπόρωση τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυτό οφείλεται πιθανώς σε άμεση τοξική δράση του οινοπνεύματος πάνω στους οστεοβλάστες καθώς και στην ελάττωση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο, επειδή το οινόπνευμα επηρεάζει τον μεταβολισμό της βιταμίνης D.
Κατάχρηση καφέ, τσαγιού επειδή προκαλούν ασβεστιουρία.
Το φύλο : Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες.
Η φυλή: Παρατηρείται συχνότερα στους λευκούς παρά στους μαύρους, επειδή οι τελευταίοι έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα.
Οικογενής προδιάθεση: Υπάρχουν οικογένειες με πολλά μέλη που πάσχουν από οστεοπόρωση χωρίς να διαπιστώνεται παθολογική αιτία.
Ιδιοσυστασία: Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη σε μικρόσωμες λεπτές γυναίκες, με ξανθά μαλλιά και λεπτή επιδερμίδα. Σπάνια, παρατηρείται σε παχιές γυναίκες. Το αυξημένο σωματικό βάρος ελαττώνει τον ρυθμό οστικής απώλειας,
α) λόγω μηχανικής επιβάρυνσης της σπονδυλικής στήλης και των κάτω άκρων και
β) επειδή μεγάλες ποσότητες λίπους συμβάλλουν στην μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων σε οιστρογόνα.
Συχνότητα Εμφάνισης
Στην Ελλάδα έχει βρεθεί ότι σε άτομα άνω των 60 χρόνων 19% των γυναικών και 11 % των ανδρών παρουσιάζουν οστεοπόρωση.Κλινική εικόνα
Η οστεοπόρωση – όπως και η υπέρταση – εξελίσσεται προοδευτικά για μακρό χρονικό διάστημα χωρίς κλινικές εκδηλώσεις. Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι «αν η υπέρταση είναι ο ύπουλος δολοφόνος η οστεοπόρωση είναι ο ύπουλος κλέφτης. Διάχυτοι επίμονοι, ήπιας έντασης πόνοι στην πλάτη (ραχιαλγία), ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 45 ετών, στην οσφυϊκή χώρα (οσφυαλγία) αποτελούν τις πρώτες κλινικές εκδηλώσεις. Μερικές φορές μεσολαβούν οξέα επώδυνα επεισόδια που οφείλονται σε μικροδοκιδικά κατάγματα. Ο πόνος σ’ αυτές τις περιπτώσεις επιτείνεται ζωστηροειδώς κατά μήκος των πλευρών, δεν βελτιώνεται με την κατάκλιση και υποχωρεί μετά 3-4 εβδομάδες.
Έρευνες στις Η.Π.Α έδειξαν ότι η οστεοπόρωση είναι υπεύθυνη για την οσφυαλγία σε 15% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών και σε 50% εκείνων που πέρασαν τα 75. Καθώς η πάθηση προχωρεί, οι κινήσεις της ΣΣ περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό και είναι επώδυνες.
Αρκετά συχνά σε μεγάλης ηλικίας άτομα παρατηρείται προοδευτική παραμόρφωση της ΣΣ σε κάμψη (χαρακτηριστική κύφωση).
Πολλές φορές αιφνίδιος πόνος στην θωρακική η οσφυϊκή μοίρα της ΣΣ, κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής κίνησης ή άρσης μικρού βάρους, αποτελεί την πρώτη κλινική εκδήλωση, που οδηγεί σε έλεγχο και διάγνωση της πάθησης με την αποκάλυψη ενός συμπιεστικού κατάγματος.
Το κάταγμα αυτό μπορεί να αφορά σε ένα ή περισσότερους σπονδύλους, οπότε:
α) Οδηγεί σε ελάττωση του ύψους του ατόμου που μπορεί προοδευτικά να φθάσει τα 10 ή και 20 εκ.
β) Εφόσον η εντόπιση είναι στη θωρακική μοίρα της ΣΣ, προκαλεί μόνιμη παραμόρφωση σε πρόσθια κάμψη (κύφωση).
γ) Δημιουργεί παραλυτικό ειλεό σε σπάνιες περιπτώσεις, αν το κάταγμα εντοπίζεται στη θωρακοοσφυικη μοίρα της ΣΣ λόγω ερεθισμού από το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα.
Εκτός από τα κατάγματα της ΣΣ η οστεοπόρωση είναι αιτία, στο μεγαλύτερο ποσοστό (70%), των διατροχαντηρίων καταγμάτων και εκείνων του αυχένος του μηριαίου καθώς και των καταγμάτων του περιφερικού άκρου της κερκίδας ή του κεντρικού άκρου του βραχιονίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι σημαντικό ρόλο στην πρόκληση αυτών των καταγμάτων παίζουν οι συχνές πτώσεις στα ηλικιωμένα άτομα, λόγω της διαταραχής της ισορροπίας και της μυϊκής ασυνεργίας. Το 20-30% των κρεβατιών στις ορθοπαιδικές κλινικές καταλαμβάνεται από ηλικιωμένα άτομα με κάταγμα διατροχαντήριο ή αυχένος μηριαίου, γεγονός το οποίο προσδιορίζει την έκταση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων από την οστεοπόρωση.
Πώς γίνεται η διάγνωση της οστεοπόρωσης
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης γίνετε με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Υπάρχουν πολλοί μέθοδοι μέτρησης της οστικής πυκνότητας,αλλά ο πιο διαδεδομένος και αξιόπιστος τρόπος μέτρησης είναι η μέθοδος με την χρήση «δέσμης φωτονίων διπλής ενεργείας» (dual energy x-ray absorsiometry DXA).
Η μέθοδος αυτή είναι σύντομη, αναίμακτη, ενώ ο εξεταζόμενος απορροφά ασήμαντη ακτινοβολία. Οι μετρήσεις γίνονται κυρίως στη σπονδυλική στήλη, το ισχίο. Με αυτήν την εξέταση συγκρίνεται η τιμή του εξεταζόμενου με εκείνη ενός υγιή νεαρού ενήλικα και εκφράζεται αριθμητικά με ποσοστιαίες μονάδες. Πόσες, δηλαδή μονάδες πιο κάτω από το φυσιολογικό βρίσκεται ο εξεταζόμενος.
Σύμφωνα λοιπόν με τα αποτελέσματα των μετρήσεων, Οστεοπενία έχει όποιος εμφανίζει τιμές -1,5 έως -2,5, ενώ οστεοπόρωση όποιος βρίσκεται με τιμές πιο κάτω από το -2,5. Όταν οι τιμές είναι χαμηλότερες του -3.5 τότε πρόκειται για βαριά οστεοπόρωση. Η μέτρηση της οστικής μάζας γίνεται τόσο για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης όσο και για την παρακολούθηση του αποτελέσματος της θεραπείας
Ποιοί πρέπει να κάνουν μέτρηση οστικής πυκνότητας;
Γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω.
Γυναίκες κάτω των 65 ετών με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση κατάγματος.
Γυναίκες κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης, οι οποίες έχουν παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση κατάγματος, όπως χαμηλό σωματικό βάρος, ιστορικό προηγούμενου κατάγματος.
Άνδρες ηλικίας 70 ετών και άνω.
Άνδρες κάτω των 70 ετών αλλά με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση κατάγματος.
Ενήλικες και των δύο φύλων με παθήσεις που σχετίζονται με χαμηλή οστική μάζα ή συνδέονται με απώλεια οστικής μάζας.
Ενήλικες και των δύο φύλων που παίρνουν φάρμακα που μπορεί να ελαττώσουν την οστική μάζα, όπως η κορτιζόνη.
Ασθενείς που ήδη παίρνουν φαρμακευτική αγωγή για μειωμένη οστική μάζα, για την εκτίμηση του αποτελέσματος της θεραπείας τους.
Πρέπει να γίνουν αλλες εξετάσεις;
Επειδή όπως ήδη αναφέραμε σημαντικός αριθμός νοσημάτων σχετίζεται με την οστεοπόρωση είναι επίσης απαραίτητος και ένας εργαστηριακός έλεγχος που να περιλαμβάνει αιματολογικές, βιοχημικές και ορμονικές εξετάσεις.
Θεραπεία
Σήμερα υπάρχουν αρκετά φάρμακα για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Μια κατηγορία αυτών των φαρμάκων μειώνει την οστική απώλεια ενώ μια άλλη αυξάνει την οστική παραγωγή. Η Ραλοξιφαίνη (εκλεκτικοί τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων – SERMS) ,τα Διφωσφονικά (ετιδρονάτη, αλενδρονάτη, ριζεδρονάτη, ιμπανδρονάτη, ζολενδρονάτη) και η Ντενοσουμάμπη ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, ενώ η Παραθορμόνη στην δεύτερη. Υπάρχει επίσης το Ρανελικό Στρόντιο που έχει μεικτή δράση.
Η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής, το πότε πρέπει να ξεκινήσει, με ποια φάρμακα και για πόσο διάστημα, είναι κάτι που θα πρέπει να το αποφασίσει ο γιατρός με βάση το ιστορικό, την ηλικία, το φύλο και την βαρύτητα της νόσου. Η χορήγηση αυτών των φαρμάκων μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Μερικά χορηγούνται από το στόμα, είτε κάθε ημέρα είτε κάθε εβδομάδα ή μια φορά τον μήνα άλλα με υποδόρια ή ενδοφλέβια ένεση σε διαστήματα πιο αραιά που μπορεί να είναι κάθε 6 μήνες ή κάθε χρόνο.
Συμπληρώματα Ασβέστιου και βιταμίνη D πρέπει να λαμβάνουν όλοι μαζι με την θεραπεία για την οστεοπόρωση.
Τι γίνεται όταν συμβεί ένα κάταγμα
Τα κατάγματα του ισχίου αντιμετωπίζονται χειρουργικά, ενώ τα σπονδυλικά οστεοπορωτικά κατάγματα αντιμετωπίζονται συνήθως συντηρητικά βάζοντας τον ασθενή σε κλινοστατισμόή σεπεριορισμό των κινήσεων στο ελάχιστο. Μπορεί να χρειαστεί επίσης να φορέσουνκηδεμόνεςπου στηρίζουν την σπονδυλική στήλη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δοκιμαστεί χειρουργικοί τρόποι αντιμετώπισης των καταγμάτων με μεθόδους που ονομάζονται σπονδυλοπλαστική ή κυφοπλαστική.
Οι στόχοι αυτών των επεμβάσεων είναι να περιοριστεί ο πόνοςκαι να αποκτήσει πάλι ο σπόνδυλος το σωστό του σχήμα, έτσι ώστε να περιοριστεί και το επακόλουθο των σπονδυλικών καταγμάτων που είναι το καμπούριασμα της ράχης.
Πρόληψη της οστεοπόρωσης
Ολες οι γυναίκες ανεξάρτητα από την ηλικία τους αλλα και οι άνδρες ,θα πρέπει να έχουν σωστή ενημέρωση για το τι σημαίνει οστεοπόρωση και πως μπορούν να την προλάβουν.
Παρ’ όλο που η οστεοπόρωση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από κληρονομικά αίτια είναι δυνατόν, με μέτρα που θα πάρουμε σε νεαρή ηλικία, να προλάβουμε τις σοβαρές μελλοντικές επιπτώσεις της πάθησης. Ο κύριος στόχος στην πρόληψη είναι να αποκτήσουμε την μεγαλύτερη δυνατή κορυφαία οστική πυκνότητα δηλαδή την μεγαλύτερη τιμή οστικής μάζας που θα φθάσει κάποιος στο τέλος της σκελετικής του ανάπτυξης και ωρίμανσης, που ολοκληρώνεται στην ηλικία των 20 – 25 χρόνων.
Το «κτίσιμο» δυνατών οστών κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της οστεοπόρωσης σε μεγαλύτερες ηλικίες. Στα προληπτικά μέτρα που συνιστώνται για την επίτευξη αυτού του στόχου περιλαμβάνονται η σωστή διατροφή σε γαλακτοκομικά, που είναι η κύρια πηγή του απαραίτητου για τον οργανισμό μας ασβεστίου, η συνεχής, καθημερινή, αν είναι δυνατόν, σωματική άσκηση, και η αποφυγή αλκοόλ και καπνίσματος.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα

