Η εταιρεία Γκαλερί Τσαγκαράκης ΕΠΕ εξέδωσε αναλυτική ανακοίνωση δίνοντας τη δική της απάντηση σχετικά με την κατάσχεση πινάκων ζωγραφικής και ενός Ευαγγελίου από τις αρχές, μετά τη σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη. Στην επίσημη τοποθέτησή της, η εταιρεία διευκρινίζει πως τα κατασχεθέντα έργα δεν αποτελούσαν μέρος των εμπορικών της δραστηριοτήτων, αλλά ανήκαν στην προσωπική περιουσία του ιδιοκτήτη.
Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση αναφέρει: «Η εταιρεία ΓΚΑΛΕΡΙ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΕΠΕ δεν εμπορεύεται τους συγκεκριμένους πίνακες ζωγραφικής που βρέθηκαν στις αποθήκες της εταιρείας, διότι αποτελούν προσωπική περιουσία και προσωπική συλλογή του κ. Τσαγκαράκη και προέρχονται από κληροδότημα από τους θανόντες γονείς του. Η κατοχή των συγκεκριμένων αλλά και των περισσότερων έργων τέχνης ανάγεται προ τεσσαρακονταετίας, ως προσωπικά και συλλεκτικά αντικείμενα της οικογένειας του κ. Τσαγκαράκη».
Όσον αφορά το παλαιό Ευαγγέλιο που βρέθηκε στην κατοχή τους, η πλευρά του γκαλερίστα υποστηρίζει πως έχει ήδη κινηθεί προς την παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές. «Η εταιρεία ήδη έπραξε τα δέοντα προκειμένου να το παραδώσει στις αρμόδιες αρχές ώστε να αξιολογήσουν τη γνησιότητα, την χρονολογία του και την πιθανότητα αγοράς του από το ελληνικό δημόσιο, διότι η εταιρεία δεν διαθέτει έμπειρο γνώστη θρησκευτικών και άλλων παρόμοιων αντικειμένων», σημειώνεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση ήρθε στο φως μετά από έρευνα της Υποδιεύθυνσης Προστασίας Περιουσιακών Δικαιωμάτων, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη και άλλων συνεργατών του. Οι αρχές προχώρησαν στην κατάσχεση μεγάλου αριθμού πινάκων που φέρουν υπογραφές σπουδαίων Ελλήνων ζωγράφων, καθώς υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πρόκειται για πλαστά έργα.
Παράλληλα με τους πίνακες, στο μικροσκόπιο των αρχών μπήκαν και αντικείμενα θρησκευτικής αξίας, όπως το επίμαχο Ευαγγέλιο, για τα οποία εξετάζεται αν εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου περί προστασίας αρχαιοτήτων. Ο γνωστός γκαλερίστας αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν την πλαστογραφία και την απάτη, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί αν υπήρξαν αγοραπωλησίες έργων που παρουσιάζονταν ως γνήσια σε ανυποψίαστους συλλέκτες.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα


