Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ποινική έρευνα σε βάρος του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, για σοβαρά κακουργήματα υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το πόρισμα της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, με επικεφαλής τον επίτιμο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπο Βουρλιώτη, έχει ήδη διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία αναλαμβάνει πλέον την ποινική διερεύνηση.
Η υπόθεση αφορά την υπεξαίρεση ποσού που εκτιμάται στα 2,1 εκατομμύρια ευρώ, προερχόμενου από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, οι οποίοι είχαν διατεθεί για εκπαιδευτικά και επαγγελματικά προγράμματα κατάρτισης. Στο πλαίσιο της έρευνας έχουν δεσμευτεί τραπεζικοί λογαριασμοί, θυρίδες, μετοχές, καθώς και ακίνητα του κ. Παναγόπουλου, έξι ακόμη φυσικών προσώπων και έξι εταιρειών, έως του ποσού των 2,07 εκατ. ευρώ.
Η έρευνα της Αρχής ξεκίνησε πριν από μήνες, όταν εντοπίστηκαν ενδείξεις για αναθέσεις έργων σε εταιρείες χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα, οι οποίες φέρονται να λειτουργούσαν ως «εταιρείες-οχήματα» για τη διακίνηση κονδυλίων. Στο μικροσκόπιο τέθηκαν συνολικές χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνουν τα 73 εκατομμύρια ευρώ, οι οποίες δόθηκαν την περίοδο 2020–2025 από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για επτά προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ φέρεται να συνδέεται με τις έξι εταιρείες που ελέγχονται, οι οποίες εναλλάσσονταν στην ανάληψη των έργων. Παράλληλα, ο ίδιος εμφανίζεται να προΐσταται της αρμόδιας επιτροπής που ενέκρινε τους αναδόχους των προγραμμάτων, γεγονός που ενισχύει τις υπόνοιες σύγκρουσης ρόλων.
Από το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρημάτων μεταξύ εταιρικών λογαριασμών, καθώς και μετακινήσεις ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των ελεγχόμενων προσώπων χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Περίπου 500.000 ευρώ φαίνεται να διακινήθηκαν μεταξύ εταιρειών, ενώ πάνω από 1,5 εκατομμύριο ευρώ αναλήφθηκαν σε μετρητά από προσωπικούς λογαριασμούς, γεγονός που, κατά την Αρχή, καταδεικνύει προσπάθεια απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.
Το πόρισμα αναφέρει επίσης ότι ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες δεν διέθεταν προσωπικό ή την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή για την υλοποίηση των έργων, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι χρησιμοποιήθηκαν για την τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και τη δημιουργία επίφασης νομιμότητας σε συναλλαγές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Αρχής, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα επίμαχα ποσά και στη συνέχεια τα ενέμειξαν με νόμιμα εισοδήματα, με σκοπό τη νομιμοποίησή τους. Η υπόθεση πλέον περνά στο στάδιο της ποινικής διερεύνησης από τη Δικαιοσύνη, με τις κατηγορίες να αφορούν δύο βαριά κακουργήματα.
Συντακτική ομάδα Oknews

