Η ατμοσφαιρική ρύπανση σε ελληνικές πόλεις έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό, με την Αθήνα να καταγράφει τις πιο ανησυχητικές τιμές.
Σύμφωνα με την 8η ετήσια έκθεση της IQAir για το 2025, η οποία ανέλυσε δεδομένα από 9.446 πόλεις σε 143 χώρες, μόλις το 14% των πόλεων παγκοσμίως πληροί τις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τα μικροσωματίδια PM2.5. Η Ελλάδα, δυστυχώς, βρίσκεται μεταξύ των χωρών που αποκλίνουν σημαντικά.
Στην Ευρώπη, 23 χώρες κατέγραψαν αύξηση των επιπέδων PM2.5 το 2025, ενώ η Ελλάδα σημείωσε άνοδο άνω του 30%. Η επιβάρυνση αυτή αποδίδεται τόσο σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο καπνός από πυρκαγιές στη Βόρεια Αμερική και η σκόνη από τη Σαχάρα, όσο και σε χρόνιες εγχώριες παθογένειες που επιδεινώνουν σταθερά την κατάσταση.
Τα PM2.5 είναι μικροσκοπικά σωματίδια, περίπου τριάντα φορές μικρότερα από μια ανθρώπινη τρίχα. Ωστόσο, το μέγεθός τους τα καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνα, καθώς μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες και να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος. Προέρχονται κυρίως από την καύση ορυκτών καυσίμων, τη βιομηχανία, τις πυρκαγιές και την αιωρούμενη σκόνη.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί την κορυφαία περιβαλλοντική αιτία πρόωρων θανάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περίπου 300.000 θανάτους ετησίως. Η μακροχρόνια έκθεση συνδέεται με καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικά επεισόδια και χρόνιες πνευμονοπάθειες, ενώ αποτελεί τη δεύτερη κύρια αιτία καρκίνου του πνεύμονα μετά το κάπνισμα. Το ανησυχητικό είναι ότι ακόμη και επίπεδα ρύπανσης κοντά στα επιτρεπτά όρια έχουν συνδεθεί με πρώιμα σημάδια καρδιοπάθειας.
Η πρωτεύουσα έχει το… ρεκόρ
Σύμφωνα με τη μελέτη, το κέντρο της Αθήνα καταγράφει την υψηλότερη συγκέντρωση PM2.5 στην Ελλάδα, με ετήσιο μέσο όρο 14,7 μg/m³, αυξημένο σε σχέση με τα 11 μg/m³ του 2024. Το όριο ασφαλείας που θέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι μόλις 5 μg/m³, γεγονός που σημαίνει ότι η πρωτεύουσα κινείται σχεδόν σε τριπλάσια επίπεδα.
Αμέσως μετά ακολουθεί η Λυκόβρυση με 13,8 μg/m³, ενώ το Χαλάνδρι και το Περιστέρι καταγράφουν 12,8 μg/m³. Οι Αχαρνές φτάνουν τα 12,6 μg/m³, ενώ η Πετρούπολη και ο Πειραιάς κινούνται στα 12,4 μg/m³. Τα Άνω Λιόσια καταγράφουν 12,1 μg/m³, ενώ το Παλαιό Φάληρο και το Αιγάλεω ακολουθούν με 10,8 και 10,7 μg/m³ αντίστοιχα. Λίγο χαμηλότερα βρίσκονται η Ελευσίνα, τα Βριλήσσια και το Κερατσίνι.
Στον αντίποδα, περιοχές όπως ο Χολαργός, ο Κορυδαλλός, οι Θρακομακεδόνες, ο Βύρωνας, το Παπάγου και η Βουλιαγμένη εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές, αν και εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα ιδανικά επίπεδα.
Η ρύπανση στην Αθήνα δεν είναι σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τους χειμερινούς μήνες η κατάσταση επιδεινώνεται λόγω της αυξημένης χρήσης θέρμανσης, ιδιαίτερα με ξύλο, αλλά και εξαιτίας των θερμοκρασιακών αναστροφών που εγκλωβίζουν τους ρύπους στο λεκανοπέδιο. Τα τζάκια και οι ξυλόσομπες, που γνώρισαν μεγάλη επιστροφή την περίοδο της οικονομικής κρίσης, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή επιβάρυνσης.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν η βιομηχανική δραστηριότητα, η ναυτιλία μέσω του λιμανιού του Πειραιά και ο γηρασμένος στόλος οχημάτων. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους παλαιότερους στόλους αυτοκινήτων στην Ευρώπη, ενώ η διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα τη συνεχή συσσώρευση ρύπων.
Σε ημέρες έντονης επιβάρυνσης, η Αθήνα συγκαταλέγεται ακόμη και στις 15 πιο ρυπογόνες μεγάλες πόλεις παγκοσμίως. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δεν αφορά απλώς στατιστικά στοιχεία, αλλά μια άμεση απειλή για τη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και όσους πάσχουν από χρόνια νοσήματα.
Οι λύσεις είναι γνωστές εδώ και χρόνια: ανανέωση του στόλου οχημάτων, ενίσχυση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, περιορισμός της καύσης ξύλου και αυστηρότεροι έλεγχοι στη βιομηχανία. Αυτό που λείπει δεν είναι η γνώση, αλλά η πολιτική βούληση και η κοινωνική πίεση για ουσιαστικές αλλαγές. Γιατί ο αέρας που αναπνέουμε δεν μπορεί να περιμένει.



