Για τη σημασία του «Κάθετου Διάδρομου» στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια αλλά και για επίκαιρα ζητήματα της χώρας που προκάλεσαν πολιτική αντιπαράθεση ,όπως η φονική έκρηξη στο εργοστάσιο «Βιολάντα», τοποθετήθηκε ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης.
Ειδικότερα, για την υποδομή που θα επιτρέπει τη μεταφορά ενέργειας προς την Κεντρική Ευρώπη μέσω Βουλγαρίας και άλλων βαλκανικών χωρών, τόνισε ότι έχουν γίνει μια σειρά μειώσεων τιμών, καθώς υπάρχουν τέλη σε κάθε χώρα και είναι σημαντικό η διαδικασία να είναι οικονομικά ανταγωνιστική. «Είναι διαφορετικό να σχεδιάζουμε εμείς τις υποδομές και διαφορετικό να τις λειτουργούμε οικονομικά βιώσιμες», είπε και πρόσθεσε πως «όλοι οι εμπλεκόμενοι κάνουν τις απαραίτητες κινήσεις για να μειωθούν τα κόστη και να προχωρήσει η διαδικασία. Ήδη φαίνεται ότι ορισμένες πρώτες κινήσεις, όπως η υπογραφή συμβάσεων με την Ουκρανία πριν από λίγες εβδομάδες, προχωρούν κανονικά».
«Προς το παρόν, δεν τίθεται θέμα αν ο Κάθετος Διάδρομος θα χρησιμοποιηθεί ή όχι», ανέφερε ο κ. Θεοχάρης εξηγώντας ότι η συζήτηση επικεντρώνεται στο κατά πόσο αποτελεί μια μακροπρόθεσμη, ουσιαστική λύση που θα μπορεί εμπορικά να σταθεί, ή αν θα λειτουργήσει προσωρινά. «Δηλαδή, προς το παρόν γίνονται συμβάσεις για ένα ή δύο μήνες, και ανάλογα με τις εξελίξεις, όπως η πιθανή λήξη του πολέμου και η επιστροφή της Ρωσίας στην ενεργειακή αγορά, θα αξιολογηθεί η επόμενη κίνηση».
Επιπλέον σημείωσε ότι υπάρχει οικονομικό κομμάτι, αλλά και ανθρωπιστικό, καθώς η διάλυση των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας από τη ρωσική πλευρά καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της χώρας με φυσικό αέριο για να αντέξει τον χειμώνα. Επιπλέον, υπάρχει και ένα ισχυρό γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό στοιχείο. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα ενισχύει τον ηγετικό της ρόλο στα Βαλκάνια και από την άλλη, αποκτά σημαντικό ρόλο ως γέφυρα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τραγωδία «Βιολάντα»
Ερωτηθείς αναφορικά με την τραγωδία στο εργοστάσιο «Βιολάντα» ο κ. Θεοχάρης υποστήριξε ότι πρέπει να διαχωρίσουμε τις πολιτικές ευθύνες από τις επιχειρησιακές. «Κατά την άποψή μου η πολιτική πρέπει να φτάνει σε ένα σημείο και μετά η ίδια η δημόσια διοίκηση να είναι χειραφετημένη να κάνει τη δουλειά της», τόνισε και συνέχισε: «Μπορεί να υπάρχουν επιχειρησιακές ευθύνες, οι οποίες να έχουν και ονοματεπώνυμο και να είναι πολύ συγκεκριμένες. Και φυσικά η Δικαιοσύνη και οι αρμόδιοι ελεγκτές ελεγκτικοί φορείς θα πρέπει να τις βρουν».
Οι πολιτικές ευθύνες, όπως τόνισε, σταματάνε στο κατά πόσον είναι οι υπηρεσίες στελεχωμένες, δηλαδή έχουν τον προϋπολογισμό τους και τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για να κάνουν τη δουλειά τους.
Η Επιθεώρηση Εργασίας, σημείωσε, είναι από τις πιο στελεχωμένες επιχειρήσεις. «Άρα δεν βλέπω αυτή τη στιγμή κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες. «Αν υπήρχαν καταγγελίες η ευθύνη θα ήταν πολύ συγκεκριμένη», υπογράμμισε.
Πολιτική αντιπαράθεση για εργατικά δυστυχήματα
Στην ερώτηση αν ο πολίτης αισθάνεται ασφάλεια και ότι η κυβέρνηση δεν «κουκουλώνει» τα σοβαρά δυστυχήματα, ο υφυπουργός Εξωτερικών, τόνισε ότι «οι κυβερνήσεις οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των πολιτών και συνεπώς «κρινόμαστε από το αν αντιμετωπίζουμε καλά ή άσχημα».
«Η αντιπολίτευση αντί να αναδείξει την αδυναμία επί του πραγματικού, τσακωνόμαστε αν είναι 50 νεκροί ή 200 δηλαδή δεν δεχόμαστε τη βάση που κάνει η ΕΛΣΤΑΤ. Δηλαδή αν μετράμε σωστά με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτό δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση, αυτό είναι τυμβωρυχία», υπογράμμισε.
Ταυτόχρονα ο κ. θεοχάρης υποστήριξε ότι είναι λάθος οι αριθμοί για τα εργατικά δυστυχήματα που δίνουν οι συνδικαλιστικοί φορείς. «Δεν υπάρχει θέμα συνεννόησης. Τα νούμερα τα δίνει η ΕΛΣΤΑΤ. Όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε καφενειακές συζητήσεις», τόνισε και πρόσθεσε ότι μόνο η ΕΛΣΤΑΤ είναι αξιόπιστη καθώς ακολουθεί σωστή βάση.
Ανω Γλυφάδα – Μέτρα προστασίας
Ο κ. Θεοχάρης ερωτηθείς σχετικά για τις τεράστιες καταστροφές που σημειώθηκαν κατά την περασμένη κακοκαιρία στους παραλιακούς δήμους, παραδέχθηκε ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε δεκαετίες πριν όταν χτίζονταν οικοδομές χωρίς σωστές υποδομές. «Η αστική ανάπλαση είναι σύνθετη και σε κάποιες περιοχές που κρίνονται ζωές, οι παρεμβάσες πρέπει να είναι πιο ριζικές».
