Οριστικοποιήθηκε η διεξαγωγή του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας στην Άγκυρα, με τη συμμετοχή του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως επιβεβαίωσε ανώτατη διπλωματική πηγή. Η συνάντηση τοποθετείται χρονικά εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου και το αργότερο έως τις 16 του μήνα, πριν από την έναρξη του Ραμαζανιού, και θα είναι η πρώτη μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών τον Μάιο του 2024 στην τουρκική πρωτεύουσα.
Όπως αναφέρει το ΕΡΤnews, σύμφωνα με την ίδια πηγή, η σύγκληση του Συμβουλίου θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας κρίνεται απαραίτητη για την αποφυγή εντάσεων και τη διασφάλιση κλίματος σχετικής σταθερότητας στις διμερείς σχέσεις, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Όπως τονίστηκε, οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι τα ζητήματα που τις αφορούν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε διμερές πλαίσιο. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει επιτευχθεί σύγκλιση στα βασικά και θεμελιώδη θέματα, έχει καταστεί εφικτό το τελευταίο διάστημα να αποφευχθούν σοβαρές κρίσεις και να περιοριστούν εντάσεις που στο παρελθόν οδηγούσαν σε επικίνδυνες κλιμακώσεις.
Σε ό,τι αφορά τις προσδοκίες της ελληνικής πλευράς, διπλωματικές πηγές ξεκαθαρίζουν ότι η Αθήνα προσέρχεται στη συνάντηση με διάθεση ουσιαστικού διαλόγου, χωρίς όμως αυταπάτες για «μεγάλα άλματα». Όπως επισημαίνεται, δεν υφίστανται ακόμη οι προϋποθέσεις για συζήτηση επί της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, καθώς δεν υπάρχει κοινό έδαφος ως προς τον καθορισμό τους. Η ελληνική θέση παραμένει σαφής και αδιαπραγμάτευτη, με την Αθήνα να αποκλείει οποιαδήποτε συζήτηση που άπτεται ζητημάτων κυριαρχίας.
Η ατζέντα του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας αναμένεται να κινηθεί στο πλαίσιο της θετικής ατζέντας και του πολιτικού διαλόγου που βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ των δύο χωρών, με έμφαση στη συνεργασία και στη διαχείριση των διαφορών χωρίς εντάσεις.
Αναφορά έγινε και στην πρόσφατη τουρκική NAVTEX αόριστης διάρκειας στο Αιγαίο, την οποία η ελληνική πλευρά χαρακτηρίζει πάγια πρακτική που δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο. Σύμφωνα με την ανώτατη διπλωματική πηγή, πρόκειται για μια «παντελώς ανυπόστατη» ενέργεια, καθώς εργαλειοποιείται ένας μηχανισμός που έχει ως αποκλειστικό σκοπό την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί επί τάπητος και στις συνομιλίες στην Άγκυρα.
Τέλος, εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται σε μια προσπάθεια της Τουρκίας να διαμορφώσει μαξιμαλιστικές θέσεις χωρίς επαρκή νομική βάση, στέλνοντας έμμεσα μηνύματα ισχύος, τα οποία – όπως σημειώνεται – είναι αντιληπτά και από την ίδια την τουρκική πλευρά.
Συντακτική ομάδα Oknews

