Την παραμονή των Χριστουγέννων, στο Βατικανό εκτυλίχθηκε μια από τις πιο κρίσιμες –και μέχρι σήμερα άγνωστες– διπλωματικές συναντήσεις γύρω από το μέλλον της Βενεζουέλας. Ο καρδινάλιος Πιέτρο Παρολίν, δεύτερος στην ιεραρχία της Αγίας Έδρας και επί χρόνια βασικός διαμεσολαβητής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, κάλεσε εσπευσμένα τον Αμερικανό πρέσβη Μπράιαν Μπερτς ζητώντας απαντήσεις για τα σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ.
Σύμφωνα με κυβερνητικά έγγραφα που εξασφάλισε η Washington Post, ο Παρολίν ρώτησε ευθέως αν οι ΗΠΑ στοχοποιούσαν μόνο διακινητές ναρκωτικών ή αν στην πραγματικότητα επιδίωκαν αλλαγή καθεστώτος. Παραδέχθηκε ότι ο Νικολάς Μαδούρο έπρεπε να φύγει, αλλά προέτρεψε την Ουάσιγκτον να του προσφέρει μια ασφαλή διέξοδο. Όπως αποκάλυψε, η Ρωσία ήταν έτοιμη να του παράσχει άσυλο, με εγγυήσεις από τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Μια επιχείρηση που άλλαξε πορεία παρά τις μυστικές διαπραγματεύσεις
Παρά τις προσπάθειες του Βατικανού, η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Μαδούρο και η σύζυγός του συνελήφθησαν από αμερικανικές Ειδικές Δυνάμεις σε επιχείρηση που κόστισε τη ζωή σε περίπου 75 ανθρώπους, πριν μεταφερθούν αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη για να αντιμετωπίσουν κατηγορίες διακίνησης ναρκωτικών.
Η συνάντηση στο Βατικανό ήταν μόνο ένα από τα πολλά παρασκηνιακά επεισόδια που προηγήθηκαν. Ρώσοι, Καταριανοί, Τούρκοι, Αμερικανοί και ανώτεροι κληρικοί της Καθολικής Εκκλησίας αναζητούσαν επί μήνες έναν τρόπο να οδηγήσουν τον Μαδούρο σε εξορία και να αποφευχθεί στρατιωτική σύγκρουση. Το Βατικανό εξέφρασε απογοήτευση για τη διαρροή της συνομιλίας, τονίζοντας ότι δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το περιεχόμενο της συζήτησης.
Οι εβδομάδες πριν από την επιχείρηση ήταν γεμάτες χαμένες ευκαιρίες. Παρά τις προειδοποιήσεις, ο Μαδούρο απέρριψε επανειλημμένα προτάσεις εξόδου, ενώ οι ΗΠΑ ενίσχυαν τη στρατιωτική πίεση στα ανοικτά της Βενεζουέλας. Λίγες ημέρες πριν τη σύλληψή του, έλαβε τελική προειδοποίηση, την οποία επίσης αγνόησε.
Η επιλογή Ροντρίγκες και η αλλαγή στρατηγικής στην Ουάσιγκτον
Την ίδια στιγμή, στην Ουάσιγκτον διαμορφωνόταν το σχέδιο για τη «μετά-Μαδούρο» εποχή. Η κυβέρνηση Τραμπ, επηρεασμένη και από διαβαθμισμένη εκτίμηση της CIA, άρχισε να αμφισβητεί την ικανότητα της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο να ελέγξει τον στρατό και τους πυλώνες εξουσίας. Έτσι, το ενδιαφέρον στράφηκε στην αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, μια σκληρή τσαβίστα δημοσίως, αλλά με πιο πραγματιστικό προφίλ στις ιδιωτικές επαφές της.
Η Ροντρίγκες είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τμημάτων της επιχειρηματικής κοινότητας και ξένων επενδυτών, ενώ οι Καταριανοί τη θεωρούσαν αξιόπιστη συνομιλήτρια. Στελέχη της Chevron μιλούσαν θετικά για εκείνη στην αμερικανική κυβέρνηση, καθώς ικανοποιούσε τα αιτήματά τους σε μια περίοδο που η εταιρεία ήταν η μόνη αμερικανική παρουσία στη βενεζουελανική πετρελαϊκή αγορά.
Παράλληλα, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Ρίτσαρντ Γκρένελ, είχε αναλάβει κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, άλλοτε με τη βοήθεια του Κατάρ και άλλοτε απευθείας με τον αδελφό της Ροντρίγκες, Χόρχε.
Το Βατικανό, με τον Παρολίν να έχει προσωπική γνώση της χώρας από τη θητεία του ως νούντσιος στο Καράκας, συνέχιζε να πιέζει για διάλογο. Όμως ο Λευκός Οίκος είχε πλέον αποφασίσει ότι ο χρόνος είχε τελειώσει. Ο Τραμπ είχε πει στον Μαδούρο ότι «μπορεί να φύγει με τον εύκολο ή με τον δύσκολο τρόπο». Εκείνος επέλεξε να μην φύγει.
Η επιχείρηση σύλληψης σφράγισε το τέλος μιας περιόδου έντονων παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, όπου κάθε πιθανή έξοδος κινδύνου απορρίφθηκε. Η Μόσχα ήταν έτοιμη να προσφέρει άσυλο, το Κατάρ να μεσολαβήσει, το Βατικανό να διαπραγματευτεί. Όμως ο Μαδούρο, όπως λένε όσοι γνώριζαν τις συνομιλίες, πίστευε ότι οι ΗΠΑ δεν θα προχωρούσαν ποτέ.
Έκανε λάθος.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα



