Σε μια φορτισμένη ομιλία την Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε για πρώτη φορά δημόσια στο περιστατικό που σημειώθηκε στην κατοικία του στη Φλόριντα, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για τις συνεχείς απειλές κατά της ζωής του. Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για τις Οικογένειες Αγγέλων (Angel Families) στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος διερωτήθηκε δυνατά για το πόσο ακόμη θα βρίσκεται στη ζωή, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Έχω πολλούς που με σημαδεύουν, έτσι δεν είναι;».
Το τελευταίο περιστατικό σημειώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, όταν ο 21χρονος Όστιν Τάκερ Μάρτιν από τη Βόρεια Καρολίνα επιχείρησε να εισβάλει στο συγκρότημα του Μαρ-α-Λάγκο. Ο νεαρός, που ήταν οπλισμένος με καραμπίνα και μετέφερε δοχείο με βενζίνη, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές των πρακτόρων της Μυστικής Υπηρεσίας. Όταν έστρεψε το όπλο του προς το μέρος τους, οι πράκτορες άνοιξαν πυρ τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Ο πρόεδρος και η σύζυγός του, Μελάνια Τραμπ, δεν βρίσκονταν εκείνη την ώρα στη Φλόριντα, καθώς παρευρίσκονταν στο Δείπνο των Κυβερνητών στην πρωτεύουσα.
Στην ομιλία του, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις δύο προηγούμενες απόπειρες δολοφονίας που δέχθηκε το 2024: εκείνη του Ιουλίου στο Μπάτλερ της Πενσιλβάνια από τον Τόμας Μάθιου Κρουκς και εκείνη του Σεπτεμβρίου στο Παλμ Μπιτς από τον Ράιαν Γουέσλι Ράουθ, ο οποίος καταδικάστηκε πρόσφατα σε ισόβια κάθειρξη. Με μια δόση αυτοσαρκασμού, συνέκρινε τον εαυτό του με τους δολοφονηθέντες προέδρους Αβραάμ Λίνκολν και Τζον Φ. Κένεντι, καταλήγοντας με τη φράση: «Ίσως λοιπόν να θέλω να είμαι λίγο λιγότερο σημαντικός. Ας είμαι ένας κανονικός πρόεδρος για λίγο».


